Ελλάδα – Κύπρος: Η ΑΟΖ δεν κρίνεται από την απόσταση
Η σημασία της οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου, ο ρόλος του Καστελλόριζου και οι τουρκικές διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η σύνδεση της ελληνικής και της κυπριακής ΑΟΖ δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ζήτημα στρατιωτικής ισχύος ή γεωγραφικής απόστασης. Πρόκειται για μια στρατηγική επιλογή που αφορά τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, τη θέση της Κύπρου και τις μελλοντικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα μετά τις εξελίξεις γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η Άγκυρα επιδιώκει να εδραιώσει μια αντίληψη θαλάσσιας οριοθέτησης που περιορίζει δραστικά την επήρεια ελληνικών νησιών και δημιουργεί τετελεσμένα στην περιοχή.
Η γεωγραφική απόσταση δεν ακυρώνει δικαιώματα
Η επιχειρηματολογία που δίνει προτεραιότητα στη μεγάλη απόσταση της επίμαχης περιοχής από ελληνικές ακτές και λιμάνια παρουσιάζει ένα ουσιαστικό πρόβλημα: συγχέει τη δυνατότητα στρατιωτικής παρουσίας με τη νομική θεμελίωση των θαλάσσιων δικαιωμάτων.
Το Δίκαιο της Θάλασσας δεν προβλέπει ότι ένα κράτος χάνει τα δικαιώματά του επειδή δυσκολεύεται να αναπτύξει στρατιωτικές δυνάμεις σε μια απομακρυσμένη περιοχή.
Τα νησιά, εφόσον πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις, διαθέτουν δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Το εύρος της επήρειάς τους σε περίπτωση επικαλυπτόμενων αξιώσεων καθορίζεται μέσω οριοθέτησης και όχι από την απόσταση ενός πολεμικού πλοίου από τη βάση του.
Επομένως, η επιχειρησιακή δυσκολία μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ένα κράτος υπερασπίζεται τις θέσεις του. Δεν αποτελεί όμως επαρκή λόγο για να εγκαταλείψει εκ των προτέρων τη διεκδίκησή τους.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο αλλάζει τις ισορροπίες
Η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή στις 20 Οκτωβρίου 2026 προσθέτει νέα πολιτική πίεση στην Αθήνα και τη Λευκωσία.
Η Τουρκία επιδιώκει να μετατρέψει τις διεκδικήσεις της σε σταθερό στοιχείο της περιφερειακής διπλωματίας. Η Ελλάδα και η Κύπρος αμφισβητούν τη νομιμότητα της συγκεκριμένης οριοθέτησης, υποστηρίζοντας ότι παραγνωρίζει τα δικαιώματα τρίτων κρατών.
Αυτό δημιουργεί ένα σοβαρό στρατηγικό δίλημμα. Εάν η ελληνική πλευρά αποφεύγει διαρκώς να προωθήσει τις δικές της θέσεις επειδή προβλέπει αντιδράσεις, υπάρχει κίνδυνος να αφήνει περισσότερο διπλωματικό χώρο στις ανταγωνιστικές διεκδικήσεις.
Η αποτροπή ασφαλώς έχει σημασία. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο χάραξης εξωτερικής πολιτικής.
Το Καστελλόριζο και η στρατηγική συνέχεια
Το σύμπλεγμα του Καστελλόριζου βρίσκεται στον πυρήνα της διαφωνίας για τη θαλάσσια οριοθέτηση Ελλάδας και Τουρκίας.
Το άρθρο 121 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας αναγνωρίζει δικαιώματα θαλάσσιων ζωνών στα νησιά, με συγκεκριμένη εξαίρεση για ορισμένους βράχους. Αυτό δεν συνεπάγεται αυτομάτως πλήρη επήρεια σε κάθε οριοθέτηση, καθώς εξετάζονται και οι ιδιαίτερες γεωγραφικές περιστάσεις.
Η Ελλάδα, επομένως, διαθέτει νομική βάση για να υποστηρίζει τα δικαιώματα των νησιών της, χωρίς να προδικάζεται το ακριβές αποτέλεσμα μιας μελλοντικής συμφωνίας ή δικαστικής διαδικασίας.
Η συμφωνία Ελλάδας - Κύπρου ως στρατηγική επιλογή
Μια ενδεχόμενη συμφωνία οριοθέτησης μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας θα μπορούσε να ενισχύσει τη σαφήνεια και τη συνέχεια των θέσεών τους στην Ανατολική Μεσόγειο.
Δεν θα εξαφάνιζε τις τουρκικές αντιρρήσεις ούτε θα καθόριζε δεσμευτικά τα δικαιώματα τρίτων κρατών. Θα αποτελούσε όμως συγκεκριμένη διπλωματική πρωτοβουλία αντί της παρατεταμένης εκκρεμότητας.
Το άρθρο 74 της Σύμβασης προβλέπει ότι η οριοθέτηση ΑΟΖ πραγματοποιείται με συμφωνία στη βάση του διεθνούς δικαίου, με στόχο μια δίκαιη λύση.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν η περιοχή βρίσκεται μακριά από ελληνικά λιμάνια. Είναι ποια θαλάσσια δικαιώματα μπορούν να θεμελιωθούν, πώς θα αποτυπωθούν διπλωματικά και με ποια μέσα θα υποστηριχθούν.
Η Αθήνα και η Λευκωσία έχουν τη δυνατότητα να εξετάσουν από κοινού μια τέτοια πρωτοβουλία, με πλήρη νομική προετοιμασία και συνυπολογισμό των γεωπολιτικών συνεπειών.
