Δεν είχε φράχτες στα χωράφια του, ώστε να μπαίνουν οι φτωχοί και να παίρνουν πράγματα
Ο Κίμων δεν είχε φράχτες στα κτήματά του. Άφηνε τους φτωχούς να παίρνουν καρπούς,
Σε μια Αθήνα που μόλις ανέπνεε από τις δονήσεις των Μηδικών πολέμων και στήριζε το βλέμμα της στους στρατηγούς για να χτίσει τη δική της δημοκρατία, υπήρξε ένας άνδρας που δεν ξεχώρισε μόνο με τη ρομφαία, αλλά με το άνοιγμα της καρδιάς του. Δεν ήταν φιλόσοφος. Δεν ήταν ρήτορας. Ήταν στρατηγός, νικητής, πολιτικός. Και ταυτόχρονα, ήταν και κάτι βαθύτερο: ένας άνθρωπος που μπορούσε να δώσει, χωρίς να περιμένει επιστροφή. Ονομαζόταν Κίμων.
Η ζωή του ήταν γεμάτη νίκες και τιμές. Ήταν γιος του Μιλτιάδη, του ήρωα του Μαραθώνα, και κληρονόμησε το αίμα του πολεμιστή. Μα περισσότερο από όλα, κληρονόμησε την αίσθηση του χρέους απέναντι στην πόλη. Ο Κίμων έγινε ηγέτης σε καιρούς δύσκολους και χάραξε την πορεία της Αθήνας στον απόηχο της Περσικής απειλής. Όμως δεν ήταν μόνο η στρατιωτική του δεινότητα που τον έκανε να μείνει στην ιστορία. Ήταν το πώς φερόταν στους φτωχούς, στους πολίτες που δεν είχαν φωνή ούτε περιουσία. Και το έκανε με τρόπο που κανείς μέχρι τότε δεν είχε διανοηθεί.
Λέγεται πως τα χωράφια του δεν είχαν φράχτες. Ούτε σύνορα. Οποιοσδήποτε πεινούσε μπορούσε να περάσει, να κόψει καρπούς, να γεμίσει ένα καλάθι και να φύγει. Δεν υπήρχε φρουρός. Δεν υπήρχε “απαγορεύεται”. Τα προϊόντα της γης του ήταν ανοιχτά σε όσους τα είχαν ανάγκη. Δεν ήταν φιλανθρωπία με επιδοτήσεις. Ήταν σεβασμός στον απλό άνθρωπο. Ήταν μια πολιτική δήλωση, μια σιωπηρή φράση που έλεγε: εδώ, στην πόλη μου, κανείς δεν πρέπει να πεινάει.
Η στάση του επεκτεινόταν και μέσα στους τοίχους του σπιτιού του. Όταν κάποιος φίλος του, λέει ο Πλούταρχος, δίστασε να ζητήσει βοήθεια, ο Κίμων δεν τον κατηγόρησε για αμηχανία. Αντίθετα, του είπε: «Ήρθες αργά· έπρεπε να μου είχες πει τι χρειάζεσαι για να στο δώσω εγώ. Τώρα πάρε μόνος σου και μην ντρέπεσαι· ό,τι είναι δικό μου είναι και δικό σου». Ήταν ένας τρόπος ζωής που στηριζόταν όχι σε νόμους και συμβόλαια, αλλά στην ιδέα της κοινότητας. Σε μια Αθήνα που ακόμα δεν είχε θεσμοθετήσει αυτό που αργότερα θα ονομαζόταν κοινωνική πολιτική, ο Κίμων λειτουργούσε σαν ζωντανό κράτος πρόνοιας.
Δεν ήταν φτωχός. Ήταν από τους πλουσιότερους πολίτες της πόλης. Και ακριβώς γι’ αυτό, η συμπεριφορά του προκαλούσε εντύπωση. Δεν κρυβόταν πίσω από τυπικότητες ούτε προσέφερε για να κερδίσει ψήφους. Ήταν αληθινός. Περπατούσε στους δρόμους με απλούς πολίτες, καθόταν μαζί τους, τους έντυνε με τα ρούχα του, τους έδινε δουλειά, τους πρόσφερε παρηγοριά χωρίς ελεημοσύνη. Και όλα αυτά τα έκανε με μια σπάνια αρχοντιά, χωρίς να επιδεικνύει τίποτα.
Στον καιρό που έζησε, δεν υπήρχε Facebook, ούτε κάμερες, ούτε lifestyle περιοδικά. Κι όμως, η φήμη του απλώθηκε σαν θρύλος. Όχι για τη δόξα του στα πεδία των μαχών, αλλά για την απλότητα με την οποία μοιραζόταν τη γη του και την καθημερινότητά του. Δεν άφησε φράχτες. Ούτε στα κτήματα, ούτε στην καρδιά του.