Δεν το θέλω πια, με κατέστρεψε. Το διαμάντι που έφερε φόνο, φυλακές και διασυρμό
Μια υπόθεση που ξεκίνησε με μια σκούπα και κατέληξε σε διεθνή καταστροφή. Το διαμάντι που κανείς δεν τόλμησε να κρατήσει.
Είχε το χρώμα του ουρανού και το βάρος μιας χώρας ολόκληρης. Ήταν μπλε, τεράστιο, 50 καράτια. Κρυμμένο σε σακούλα ηλεκτρικής σκούπας, ταξίδεψε από τη Σαουδική Αραβία στην επαρχία της Ταϊλάνδης σαν φθηνό πακέτο. Το είπε αργότερα ο ίδιος ο κλέφτης: «Νόμιζα πως ήταν γυαλί. Τώρα με κοιτάζει στον ύπνο μου».
Ο Κριανγκράι Τετσαμόνγκ ήταν ένας απλός υπηρέτης. Στον ιδιωτικό θάλαμο του πρίγκιπα Φαϊζάλ, καθάριζε, σκούπιζε, και μέρα με τη μέρα υπολόγιζε τα ράφια. Ένα βράδυ, άνοιξε τα ντουλάπια, άδειασε κοσμήματα, ρουμπίνια, χρυσούς σταυρούς και το μπλε διαμάντι – και τα πέταξε όλα σε μια σακούλα σκούπας. Το κουβάλησε σε χαρτόκουτο, το έστειλε σπίτι του, και πέταξε για την πατρίδα.
Στο χωριό του, τα έβγαλε ένα-ένα και τα πούλησε για ψίχουλα. Δεν ήξερε τι είχε. Ο κοσμηματοπώλης της Μπανγκόκ που τα πήρε, το ήξερε. Και πολλοί άλλοι, πολιτικοί, γυναίκες στρατηγών, σύζυγοι αξιωματούχων, ήξεραν επίσης. Τα φόρεσαν. Τα φωτογραφήθηκαν σε φιλανθρωπικά γκαλά. Και στη Σαουδική Αραβία, κάποιος τους είδε.
Όταν η αστυνομία της Ταϊλάνδης έστειλε πίσω τα κοσμήματα, το διαμάντι έλειπε. Και τα μισά από όσα εστάλησαν, ήταν ψεύτικα. Τότε ξεκίνησε η κατάρα.
Ένας Σαουδάραβας επιχειρηματίας, ο Μοχάμεντ αλ-Ρουουαϊλί, ήρθε στην Ταϊλάνδη για να μάθει τι έγινε. Δεν ξαναγύρισε ποτέ. Μπήκε σε ένα ταξί και εξαφανίστηκε. Τρεις Σαουδάραβες διπλωμάτες είχαν ήδη δολοφονηθεί σε κεντρικούς δρόμους της Μπανγκόκ. Κανείς δεν καταδικάστηκε. Οι υποθέσεις αρχειοθετήθηκαν. Όλοι ήξεραν ποιος ευθυνόταν, αλλά κανείς δεν μίλαγε. Το διαμάντι έσβηνε φωνές.
Ο αστυνομικός υποστράτηγος Τσαλόρ Κερντές, επικεφαλής των ερευνών, κατέληξε ο ίδιος στο εδώλιο. Χρόνια μετά, κατηγορήθηκε ότι διέταξε τη δολοφονία της γυναίκας και του γιου ενός εμπόρου κοσμημάτων για να κρύψει στοιχεία. Καταδικάστηκε σε θάνατο. Του έδωσαν χάρη. Βγήκε από τη φυλακή μετά από δεκαετίες. Ποζάρει πλέον ήρεμος, με το ράσο ενός μετανοημένου.
Ο Κριανγκράι, ο αρχικός κλέφτης, έγινε μοναχός. Βγήκε μπροστά στις κάμερες και είπε τη φράση που έμεινε: «Δεν το θέλω πια. Με κατέστρεψε.» Το διαμάντι, λέει, είναι καταραμένο. Όσοι το άγγιξαν, χάθηκαν, καταστράφηκαν, ή σιώπησαν για πάντα.
Η διπλωματία κατέρρευσε. Η Ταϊλάνδη έχασε εκατοντάδες δισεκατομμύρια σε τουρισμό και εργατικά έσοδα. Η Σαουδική Αραβία δεν συγχώρεσε ποτέ. Χρειάστηκαν 33 χρόνια για να ξαναμιλήσουν.
Και το διαμάντι;
Ακόμα λείπει. Ακόμα δεν το έχει κανείς. Ή το έχει – και δεν τολμά να το δείξει.