Έγραφε αριστουργήματα, αλλά η γυναίκα του ξεπουλούσε ακομα και τα εσώρουχά της για να φάνε
Ο Ντοστογιέφσκι έγραφε με φρενίτιδα για να μη χάσει τα έργα του.
Το 1866, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι ήταν τσακισμένος. Όχι από την αποτυχία — από την επιτυχία που δεν μπορούσε να κρατήσει. Τζόγαρε τα χρήματα των εκδοτών του, των φίλων του, των δικών του. Χρωστούσε σε τραπεζίτες, σε ξενοδόχους, σε αγνώστους. Ο μόνος τρόπος να σωθεί ήταν να γράψει. Αλλά έπρεπε να γράψει γρήγορα. Πολύ γρήγορα.
Υπέγραψε συμβόλαιο με ρήτρα εξευτελιστική: αν δεν παρέδιδε ένα νέο μυθιστόρημα σε 26 ημέρες, ο εκδότης του θα κρατούσε τα δικαιώματα όλων των μελλοντικών του έργων. Για πάντα. Κανένας συγγραφέας δεν μπορούσε να γράψει έτσι. Εκείνος όμως δεν είχε άλλη επιλογή.
Προσέλαβε μια νεαρή στενογράφο, την Άννα Γκριγκόριεβνα. Την ερωτεύτηκε. Τον βοήθησε να γράψει τον «Παίκτη», ένα βιβλίο για τον εθισμό που τον είχε καταστρέψει. Γράφανε μερόνυχτα. Δεν είχαν χρήματα ούτε για ζεστό φαγητό. Δεν είχαν χρήματα ούτε για ρούχα. Ο Ντοστογιέφσκι έγραφε, η Άννα ξεπουλούσε ό,τι είχαν. Λέγεται πως κάποτε υποθήκευσε ακόμη και τα εσώρουχά της για να μπορέσουν να αγοράσουν λίγο ψωμί.
Τελείωσε το βιβλίο μόλις μία μέρα πριν τη λήξη της προθεσμίας. Το έδωσε στον εκδότη και κράτησε τα πνευματικά του δικαιώματα. Όχι σαν ήρωας. Σαν άνθρωπος που παίζει ρώσικη ρουλέτα με τις λέξεις. Λίγες εβδομάδες μετά, παντρεύτηκε την Άννα. Δεν σταμάτησε ποτέ να παίζει. Αλλά αυτή τη φορά, η γυναίκα που είχε πουλήσει μέχρι και τα εσώρουχά της, του έμαθε να κρατάει κάτι για τον εαυτό του.