Έκανε κοπάνα από το σχολείο για να πάει σε διαγωνισμό ταλέντων και την πέτυχε ένας καθηγητής της στο δρόμο
Η Καίτη Χωματά έκανε σκασιαρχείο για να κυνηγήσει το όνειρό της, αλλά τη συνάντησε ένας καθηγητής στον δρόμο
Το ημερολόγιο έγραφε 1964. Η Αθήνα μύριζε γιασεμί και υγρασία, τα ραδιόφωνα έπαιζαν Χατζιδάκι και Μαρούδα, και η ελληνική νεολαία της εποχής αναζητούσε ρωγμές στην καθημερινότητα για να δραπετεύσει. Σε μια γειτονιά της Πλάκας, μια δεκαεπτάχρονη μαθήτρια, με βλέμμα γεμάτο ανυπομονησία και καρδιά που χτυπούσε πιο γρήγορα απ’ ό,τι το κασετόφωνο της εποχής, αποφάσιζε να κάνει το πιο παράτολμο πράγμα που είχε επιχειρήσει ποτέ: να μην πάει σχολείο.
Το όνομά της ήταν Καίτη Χωματά. Μαζί με τη φίλη της, Χριστίνα Μαυρομμάτη, πήραν την απόφαση να λιποτακτήσουν από τα μαθήματα και να πάνε να κυνηγήσουν το άπιαστο όνειρο: να συμμετάσχουν στην εκπομπή ανεύρεσης ταλέντων του Γιώργου Οικονομίδη στο ΕΙΡ. Η φωνή της Καίτης ήταν ήδη ένα μικρό μυστικό της γειτονιάς, αλλά η σκέψη να σταθεί μπροστά σε μικρόφωνο και κοινό έμοιαζε με άλμα στο κενό. Χωρίς να ενημερώσουν κανέναν, φόρεσαν τα καλύτερά τους, πήραν λεωφορείο και εξαφανίστηκαν από το σχολικό ραντάρ.
Η τύχη, όμως, δεν έχει πάντα χιούμορ. Στον δρόμο της επιστροφής, τις σταμάτησε ένας καθηγητής τους. Δεν ήταν μόνο η ντροπή. Ήταν η βεβαιότητα πως η επόμενη μέρα θα έφερνε αποβολές, τιμωρίες, φωνές στο σπίτι. Και ίσως, το τέλος ενός ονείρου πριν καν αρχίσει. Η σωτηρία ήρθε από εκεί που δεν την περίμεναν. Η μητέρα της Χριστίνας ανέλαβε την ευθύνη και δικαιολόγησε τις απουσίες και των δύο κοριτσιών, επιτρέποντας έτσι στην Καίτη να μην έρθει σε ρήξη με την οικογένειά της.
Η συμμετοχή της στην εκπομπή δεν ήταν απλώς επιτυχημένη. Ήταν καθοριστική. Εκεί την άκουσε ο Γιάννης Σπανός, που είχε μόλις επιστρέψει από τη Γαλλία, αναζητώντας νέες φωνές για το ρεύμα που ονόμασε “Νέο Κύμα”. Η Καίτη τον μάγεψε. Ήταν εκείνη η στιγμή, το αποτέλεσμα μιας νεανικής “κοπάνας”, που καθόρισε ολόκληρη τη ζωή της. Η φωνή της έγινε το κύμα πάνω στο οποίο ταξίδεψαν δεκάδες τραγούδια, από το “Μια αγάπη για το καλοκαίρι” μέχρι το “Άσπρα καράβια”.
Η Χωματά δεν ήταν απλώς ερμηνεύτρια. Ήταν η προσωποποίηση μιας εποχής που ήθελε να τραγουδήσει, να πειραματιστεί, να ζήσει έξω από τους κανόνες. Συνεργάστηκε με σπουδαίους συνθέτες, όπως τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη και τον Ξαρχάκο, και έγινε το πρόσωπο του Νέου Κύματος, όχι επειδή το επιδίωξε, αλλά επειδή η αλήθεια της φωνής της δεν μπορούσε να αγνοηθεί.
Η ζωή της είχε κι άλλες στροφές. Έδωσε μάχη με τον καρκίνο για πάνω από τρεις δεκαετίες, δημιούργησε οικογένεια, ταξίδεψε, τραγούδησε για την ομογένεια, στάθηκε όρθια μπροστά στις πιο σκληρές δοκιμασίες, πάντα με ένα χαμόγελο που θύμιζε καλοκαίρι. Το όνομά της σήμερα συνδέεται με την ευαισθησία, την ειλικρίνεια και την ήρεμη δύναμη. Αλλά εκείνη η στιγμή, εκείνο το κορίτσι που τόλμησε να λείψει από το σχολείο για να κυνηγήσει ένα όνειρο, παραμένει ίσως το πιο αυθεντικό της πορτρέτο.