Έσκισε στο θέατρο και έμεινε άφραγκος, μόνος, σε μια ξένη πόλη. Το κοινό τον αποθέωνε αλλά ο θίασος τον παράτησε
Το κοινό τον αποθέωνε αλλά ο θίασος τον εγκατέλειψε. Ο Παντόπουλος περπάτησε χιλιόμετρα για να βρει τη μοίρα του στο θέατρο.
Το κοινό χειροκροτούσε όρθιο. Είχε μόλις τελειώσει η μονόπρακτη κωμωδία και όλοι επευφημούσαν τον νέο ηθοποιό με το σπάνιο ταλέντο. Δεν είχε όνομα ακόμα. Είχε όμως την ενέργεια ενός γεννημένου κωμικού. Ήταν το 1877, στο Αίγιο. Ο Ευάγγελος Παντόπουλος μόλις είχε παίξει για πρώτη φορά ρόλο που του ταίριαζε — και το αποτέλεσμα ήταν εκρηκτικό.
Ο ίδιος είχε αφήσει τις σπουδές γλυπτικής, ζωγραφικής και μουσικής για να κυνηγήσει το όνειρό του στο θέατρο. Ο πατέρας του, αξιωματικός από τη Σπάρτη, και η μητέρα του, μια αρχοντική μορφή από το Άργος, είχαν φρικάρει. Ο γιος τους άφηνε το Πολυτεχνείο και το Ωδείο για να γίνει… κωμικός.
Μπήκε στον θίασο Κοτοπούλη-Βασιλειάδη-Χαλκιοπούλου και ξεκίνησε περιοδείες με δευτερεύοντες ρόλους και βοηθητικές δουλειές. Μέχρι που του έδωσαν την ευκαιρία να παίξει σε μια κωμωδία. Ο κόσμος τρελάθηκε. Οι ηθοποιοί ζήλεψαν. Και οι θιασάρχες, σαν να μην έβλεπαν τη δύναμη που μόλις γεννήθηκε, πήραν τον δρόμο της αναχώρησης και τον άφησαν πίσω.
Χωρίς λεφτά. Χωρίς γνωστούς. Χωρίς στέγη. Στο Αίγιο.
Ο Παντόπουλος δεν λύγισε. Πήρε το μονοπάτι για την Πάτρα με τα πόδια. Χιλιόμετρα ατελείωτα. Και από κει, βρήκε καράβι για τη Ζάκυνθο. Εκεί, βρήκε έναν θίασο που τον δέχτηκε. Τους έπεισε να τον δοκιμάσουν. Έπαιξε Μολιέρο, αλλά κυρίως έλαμψε στο έργο «Οι Μυλωνάδες». Έγινε σταρ. Σε ένα νησί που δεν τον ήξερε κανείς.
Από εκεί, ξεκίνησε μια πορεία που θα τον φέρει στον Πύργο, την Πάτρα, και μετά στην Αθήνα, στο θέατρο «Απόλλων». Ο ρόλος του «χαζού νέου» στο έργο «Μηδενιστές» θα τον απογειώσει. Και οι παραστάσεις «Η τύχη της Μαρούλας» και «Μπαρμπα-Λινάρδος» θα τον κάνουν μύθο.
Αλλά δεν ξέχασε ποτέ το Αίγιο. Εκεί όπου το κοινό τον ερωτεύτηκε. Και οι «συνάδελφοι» τον εγκατέλειψαν.