Εβγαζαν τους αρρωστους στην αγορά να τους βλέπουν οι περαστικοί μήπως κάποιος είχε πάθει κάτι παρόμοιο
Στη Βαβυλώνα του 5ου αιώνα π.Χ., οι άρρωστοι έβγαιναν στην αγορά, όχι για να ψωνίσουν, αλλά για να θεραπευτούν.
Στη Βαβυλώνα του 5ου αιώνα π.Χ., μια κοινωνία που έμοιαζε βγαλμένη από παραμύθι και αριθμούσε εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους, οι άνθρωποι αρρώσταιναν όπως παντού. Όμως εκεί, το πώς αντιμετώπιζαν την αρρώστια ήταν διαφορετικό από οτιδήποτε έχουμε συνηθίσει. Δεν υπήρχαν γιατροί με την έννοια που γνωρίζουμε σήμερα. Ούτε ιατρικά ιδρύματα, ούτε ειδικευμένοι θεραπευτές που θα εξέταζαν τον ασθενή ιδιωτικά. Αντίθετα, υπήρχε ένα πανάρχαιο και αφοπλιστικά απλό σύστημα: οι άρρωστοι τοποθετούνταν δημόσια, στη μέση της αγοράς, ώστε να τους βλέπουν όλοι οι περαστικοί. Και οι περαστικοί ήταν οι θεραπευτές. Αν κάποιος είχε περάσει παρόμοιο σύμπτωμα ή ήξερε τι βοήθησε έναν συγγενή του σε ανάλογη κατάσταση, πλησίαζε και έδινε συμβουλές. Έτσι λειτουργούσε η “ιατρική” στη μεγαλύτερη πόλη της Μεσοποταμίας, με έναν σχεδόν δημοκρατικό τρόπο: ο καθένας μπορούσε να συνεισφέρει, και κάθε εμπειρία μπορούσε να μετατραπεί σε θεραπευτική γνώση.
Η μαρτυρία γι’ αυτή την παράξενη ιατρική πρακτική σώζεται μέσα από τις γραφές του Ηροδότου. Ο “πατέρας της ιστορίας” ταξίδεψε στη Βαβυλώνα και περιέγραψε με περιέργεια και θαυμασμό όσα είδε. Για τον ίδιο, αυτή η πρακτική δεν ήταν απλώς μια πολιτιστική ιδιαιτερότητα, αλλά ένα παράδειγμα του πώς μια κοινωνία μπορεί να στηριχθεί στην εμπειρική σοφία των πολλών αντί για τη γνώση των λίγων. Ήταν ένα ιατρικό crowdsourcing πριν υπάρξει ο όρος, ένα σύστημα βασισμένο στη συλλογική μνήμη και την αλληλεγγύη.
Στην πραγματικότητα, οι Βαβυλώνιοι δεν είχαν έλλειψη θεραπευτών. Απλώς η έννοια της θεραπείας συνδεόταν με το θείο, τα όνειρα και τις παραδόσεις. Οι ναοί λειτουργούσαν ως επίκεντρα θεραπείας, όπου οι άρρωστοι κοιμόντουσαν περιμένοντας να τους αποκαλυφθεί η θεραπεία από κάποιον θεό μέσω ονείρου. Το “νοσοκομείο της αγοράς” όμως ήταν κάτι άλλο. Ήταν μια ζωντανή πλατφόρμα διαμοιρασμού πληροφοριών. Κάθε ασθενής ήταν ένα δημόσιο ερώτημα και κάθε περαστικός μια πιθανή απάντηση.
Αυτή η παράδοση συνδέεται άμεσα με την κοσμοθεωρία των Βαβυλωνίων, που έβλεπαν την ανθρώπινη ζωή ως μέρος μιας τεράστιας, συλλογικής ιστορίας. Η γνώση δεν ήταν ιδιωτική, δεν ανήκε στον ειδικό, αλλά ήταν διασκορπισμένη μέσα στην κοινότητα. Το να μοιράζεσαι την εμπειρία σου δεν ήταν απλώς αλτρουισμός — ήταν καθήκον. Και για τους άρρωστους, η έκθεση στην αγορά δεν ήταν ντροπή αλλά μια ελπίδα: ότι κάποιος, κάπου, θα είχε περάσει κάτι παρόμοιο.
Το έθιμο αυτό μπορεί να μας φαίνεται πρωτόγονο ή ακόμα και απάνθρωπο σήμερα, όμως αν το δούμε με μια άλλη ματιά, μοιάζει με το αρχέγονο πρότυπο της σύγχρονης ιατρικής κοινότητας. Σήμερα, άνθρωποι από όλον τον κόσμο μπαίνουν σε διαδικτυακά φόρουμ υγείας, γράφουν τα συμπτώματά τους και ζητούν εμπειρίες από άλλους. Οι ομάδες υποστήριξης λειτουργούν σαν μια πιο ευγενική, σύγχρονη εκδοχή της βαβυλωνιακής αγοράς. Το μόνο που άλλαξε είναι ότι αντί να σε βλέπουν στον δρόμο, σε διαβάζουν στην οθόνη.
Η παράδοση αυτή δεν κράτησε για πάντα. Με την άνοδο της θεσμοθετημένης ιατρικής στην ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή, η εμπειρική σοφία του πλήθους παραμερίστηκε. Ωστόσο, η ιδέα ότι ο λαός έχει θεραπευτική μνήμη, ότι η εμπειρία έχει αξία και ότι ο καθένας έχει κάτι να προσφέρει, παραμένει ζωντανή. Η Βαβυλώνα μας άφησε κληρονομιά μια εντελώς διαφορετική αντίληψη για τη γνώση — και την ίαση.