Γιατί αν κοπείς με χαρτί πονάει πιο πολύ από το να κοπείς με μαχαίρι;
Δεν έχει αίμα, αλλά σε κάνει να αναπηδήσεις
Δεν έχει αίμα, δεν αφήνει βαθύ σημάδι, και όμως σε κάνει να αναπηδήσεις από τον πόνο. Το κόψιμο με χαρτί είναι μια από τις πιο συνηθισμένες και παράλληλα πιο δυσανάλογα επώδυνες εμπειρίες της καθημερινότητας. Κι όμως, πίσω από αυτή τη φαινομενικά ασήμαντη πληγή κρύβεται ένας μικρόκοσμος επιστημονικής πολυπλοκότητας. Το γιατί πονάμε τόσο όταν ένα απλό φύλλο χαρτί σκίσει την επιδερμίδα μας έχει να κάνει με τη φύση του τραύματος, την ανατομία του δέρματος και τη χημεία του πόνου.
Το ανθρώπινο χέρι, και ιδιαίτερα οι άκρες των δαχτύλων, είναι γεμάτο από νευρικές απολήξεις. Είναι μία από τις περιοχές με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση αισθητηρίων υποδοχέων σε όλο το σώμα. Κάθε επαφή, κάθε πίεση, κάθε αλλαγή θερμοκρασίας καταγράφεται με ακρίβεια. Όταν λοιπόν μια κόψη χαρτιού – που δεν είναι καθόλου λεία αλλά στην πραγματικότητα έχει τραχιά και μικροσκοπικά «δόντια» – εισχωρήσει έστω και ελάχιστα στο δέρμα, δεν το κόβει καθαρά όπως ένα μαχαίρι. Το σκίζει, δημιουργώντας μικροτραυματισμούς που ερεθίζουν πολλαπλούς υποδοχείς πόνου ταυτόχρονα.
Σε αντίθεση με το κόψιμο ενός μαχαιριού, που είναι πιο βαθύ αλλά πιο ευθύ και “καθαρό”, το κόψιμο με χαρτί είναι ακανόνιστο. Προκαλεί μια διάσπαρτη φλεγμονώδη απόκριση, γιατί το τραύμα δεν είναι γραμμικό – είναι φθαρμένο, γεμάτο μικρές ασυνέχειες και σχισμές. Αυτό σημαίνει ότι οι νευρικές απολήξεις δεν τραυματίζονται απλώς. Ερεθίζονται ξανά και ξανά καθώς η πληγή παραμένει ανοιχτή και ευαίσθητη ακόμα και σε επαφή με τον αέρα.
Η απουσία αιμορραγίας είναι επίσης ένας παράγοντας που εντείνει την ενόχληση. Όταν ένα τραύμα ματώνει, έρχεται το αίμα και με αυτό και οι ουσίες του οργανισμού που βοηθούν στην επούλωση και την καταπράυνση του πόνου. Το κόψιμο με χαρτί συνήθως δεν αιμορραγεί πολύ, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ενεργοποιείται πλήρως το σύστημα άμυνας και επούλωσης. Αντί γι’ αυτό, το δέρμα παραμένει «γυμνό», και κάθε επαφή με αέρα, νερό ή επιφάνεια προκαλεί μια νέα έξαρση πόνου.
Η χημεία του χαρτιού παίζει επίσης τον ρόλο της. Το χαρτί δεν είναι αποστειρωμένο. Φέρει πάνω του μικροσκοπικά ίχνη από κόλλες, μελάνια, βαφές και σωματίδια από το περιβάλλον. Όλα αυτά, μόλις μπουν στο τραύμα, μπορούν να προκαλέσουν ήπια φλεγμονή ή να επηρεάσουν τους υποδοχείς πόνου. Δεν είναι τοξικά, αλλά είναι αρκετά για να κάνουν το σημείο να τσούζει και να ενοχλεί περισσότερο απ’ όσο του αναλογεί.
Τέλος, υπάρχει και το ψυχολογικό στοιχείο. Το κόψιμο με χαρτί είναι απροσδόκητο. Δεν το βλέπεις να έρχεται, δεν προετοιμάζεσαι γι’ αυτό. Συμβαίνει ξαφνικά, σε μια φαινομενικά ακίνδυνη στιγμή: την ώρα που ξεφυλλίζεις, που ανοίγεις έναν φάκελο, που κρατάς ένα σημειωματάριο. Το μυαλό δεν το αναγνωρίζει ως πιθανή πηγή κινδύνου, άρα η εμπειρία είναι πιο έντονη. Ο πόνος δεν είναι απλώς σωματικός. Είναι και μια μικρή προδοσία του καθημερινού.
Έτσι, το αθώο χαρτί καταλήγει να είναι ένας αναπάντεχα αποτελεσματικός εκτελεστής μικρής κλίμακας. Δεν χρειάζεται να είναι κοφτερό για να πονέσει, ούτε βαθύ για να μείνει στη μνήμη. Αρκεί ένα ξαφνικό σκίσιμο στην άκρη του δαχτύλου για να μάθεις – ή να θυμηθείς – πόσο περίπλοκο είναι το ανθρώπινο σώμα και πόσο ευάλωτο μπορεί να γίνει από τα πιο απλά υλικά του κόσμου