Γιατί οι Αρχαίες Σπαρτιάτισσες παντρεύονταν πιο μεγάλες από ότι σε άλλες πόλεις της Αρχαίας Ελλάδας;
Η σπαρτιατική κοινωνία επέλεξε να παντρεύονται οι γυναίκες σε μεγαλύτερη ηλικία.
Στην Αθήνα, ο γάμος ερχόταν μόλις έμπαινε η έφηβη στην εφηβεία. Στα 12, στα 13, στα 14. Οι γονείς αποφάσιζαν, και το κορίτσι, ακόμα παιδί, έμπαινε στο σπίτι ενός ξένου άντρα με μόνο σκοπό την τεκνοποίηση. Έτσι γινόταν στις περισσότερες πόλεις-κράτη. Εκτός από μία: τη Σπάρτη.
Στη Σπάρτη, ο γάμος δεν ήταν απλό κοινωνικό συμβόλαιο. Ήταν θέμα κράτους, θέμα επιβίωσης, θέμα στρατηγικής. Οι Σπαρτιάτισσες δεν παντρεύονταν έφηβες. Παντρεύονταν στα 18, στα 19, στα 20. Τότε που το σώμα τους είχε ωριμάσει. Τότε που ήταν έτοιμες όχι μόνο να γεννήσουν, αλλά να γεννήσουν γερά παιδιά.
Οι Σπαρτιάτες πίστευαν πως οι πρόωρες εγκυμοσύνες αποδυναμώνουν και τη μάνα και το παιδί. Δεν είχαν σύγχρονη ιατρική, αλλά είχαν παρατήρηση, εμπειρία, πρακτική σκέψη. Ήξεραν πως μια γυναίκα που δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως μπορεί να κινδυνέψει. Και πίστευαν πως από υγιείς μητέρες γεννιούνται υγιείς πολεμιστές.
Η γυναίκα στη Σπάρτη εκπαιδευόταν. Γυμναζόταν, έτρεχε, πετούσε δίσκο, πετούσε ακόντιο. Δεν ήταν κλεισμένη στο σπίτι. Ήταν μέλος της δημόσιας ζωής. Και ο γάμος δεν ήταν σκοπός — ήταν αποστολή. Όταν ερχόταν η ώρα, παντρευόταν όχι επειδή “έπρεπε”, αλλά επειδή το σώμα της ήταν έτοιμο να προσφέρει αυτό που ζητούσε η σπαρτιατική κοινωνία: δυνατούς απογόνους.
Ο Λυκούργος, ο θρυλικός νομοθέτης, φρόντισε να θεσπίσει κανόνες για τον γάμο, όχι με βάση την παράδοση, αλλά με βάση το τι είναι πιο ωφέλιμο για το σύνολο. Στην καρδιά της σπαρτιατικής λογικής υπήρχε η φυσική επιλογή. Ό,τι έκανε το κράτος ισχυρό, ήταν επιτρεπτό. Ό,τι το αποδυνάμωνε, απαγορευόταν.
Και σε αυτό το πλαίσιο, ο πρόωρος γάμος ήταν αδυναμία. Ήταν ένα ρίσκο που δεν μπορούσε να πάρει η Σπάρτη. Έτσι, ενώ αλλού οι κοπέλες μεγάλωναν παιδιά όταν ακόμα ήταν παιδιά, στη Σπάρτη πρώτα δυνάμωναν οι ίδιες. Και μόνο τότε έφερναν παιδιά στον κόσμο.