Γιατί υπάρχουν ακόμα video club;
Τα video club μπορεί να μοιάζουν ξεπερασμένα, αλλά για κάποιους παραμένουν ο μοναδικός τρόπος να δουν ταινίες.
Παλιά, υπήρχε ένα σε κάθε γειτονιά. Μια φωτεινή ταμπέλα, αφίσες του Schwarzenegger και της Julia Roberts στη βιτρίνα, και μέσα ράφια με ταινίες που έμοιαζαν με βιβλιοθήκες γεμάτες υποσχέσεις. Ήταν τα video club. Σήμερα, στην εποχή του streaming, του YouTube και των συνδρομητικών πλατφορμών, όλοι αναρωτιούνται: γιατί υπάρχουν ακόμα; Και πώς αντέχουν;
Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι πια πολλά. Είναι λίγα, σκόρπια, διασκορπισμένα σε μικρές πόλεις ή γειτονιές που ακόμα κρατούν χαρακτήρα. Αλλά υπάρχουν. Όχι επειδή δεν έχουν ακούσει για το Netflix, αλλά επειδή εκεί μέσα συμβαίνει κάτι που δεν μπορεί να σου δώσει καμία πλατφόρμα. Το πρώτο είναι απλό: όχι όλοι δεν έχουν internet. Ακούγεται αυτονόητο, αλλά δεν είναι. Σε αρκετές περιοχές της Ελλάδας, ειδικά σε χωριά και απομακρυσμένες γειτονιές, η σύνδεση είναι αργή ή ασταθής. Για έναν άνθρωπο 60+ που θέλει να δει μια ταινία με τον παραδοσιακό τρόπο, το DVD είναι πιο σίγουρο από το buffering.
Υπάρχει όμως κι άλλος λόγος, πολύ πιο ουσιαστικός: τα video club έχουν ταινίες που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού. Κυριολεκτικά. Παλιά ντοκιμαντέρ, παλιές ελληνικές ταινίες που δεν μπήκαν ποτέ σε streaming, cult διαμαντάκια των ’80s, μεταγλωττισμένα κινούμενα σχέδια που δεν επανακυκλοφόρησαν ποτέ, ακόμα και σειρές σε DVD που δεν έχουν προβληθεί ξανά. Αν ψάχνεις κάτι τέτοιο, μόνο εκεί θα το βρεις.
Σε κάποιες περιπτώσεις, το video club έχει γίνει κάτι σαν κινηματογραφικό στέκι. Ο ιδιοκτήτης ξέρει τους πελάτες με το μικρό τους όνομα, τους προτείνει πράγματα ανάλογα με το τι είχαν δανειστεί πριν από πέντε μήνες. Είναι άνθρωποι που αγαπούν τον κινηματογράφο, όχι επιχειρηματίες. Δεν μένουν ανοιχτοί για να πλουτίσουν, αλλά γιατί δεν μπορούν να φανταστούν τον εαυτό τους να κάνει κάτι άλλο.
Ορισμένα video club έχουν προσαρμοστεί. Νοικιάζουν και πουλάνε παιχνίδια, κόμικς, συλλεκτικά αντικείμενα. Άλλα λειτουργούν παράλληλα και σαν σημεία εξυπηρέτησης courier ή πουλάνε καφέ. Όμως το ράφι με τις ταινίες είναι πάντα εκεί. Όχι διακοσμητικό. Ενεργό. Ζωντανό.
Υπάρχει και κάτι που καμία εφαρμογή δεν αντικαθιστά: η τελετουργία της επιλογής. Να σταθείς μπροστά από το ράφι. Να ξεφυλλίσεις τα κουτιά. Να διαβάσεις το οπισθόφυλλο. Να θυμηθείς ποια σου πρότεινε κάποιος, ποια έχεις δει, ποια σου γλίστρησε τότε. Και να γυρίσεις σπίτι με μια σακούλα που δεν σε έκανε scroll, δεν σου έβαλε autoplay, αλλά την διάλεξες εσύ.
Όσο υπάρχουν άνθρωποι που δεν βλέπουν το σινεμά σαν περιεχόμενο, αλλά σαν εμπειρία, θα υπάρχει και κάποιος χώρος στη γειτονιά που λέγεται video club. Μπορεί να μην έχει πια ουρές το Σάββατο βράδυ, αλλά έχει ιστορίες στους τοίχους, κασετίνες που μυρίζουν αναμνήσεις και έναν ιδιοκτήτη που ξέρει ακόμα να λέει τη φράση: “Πάρε αυτό. Θα σου αρέσει.”