Γιατί το σύνταγμα της Ελβετίας θεωρείται το πιο έξυπνο στον κόσμο;
Πώς ένα λιτό και πρακτικό κείμενο κατάφερε να γίνει πρότυπο για όλο τον κόσμο; Το σύνταγμα της Ελβετίας εμπιστεύεται τον λαό και εξελίσσεται μαζί του.
Το Σύνταγμα της Ελβετίας δεν γράφτηκε για να εντυπωσιάσει ούτε για να γεμίσει σελίδες. Από τη στιγμή που πρωτοκαθιερώθηκε το 1848, είχε έναν μόνο στόχο: να λειτουργεί. Αντί για πομπώδεις διακηρύξεις, οι Ελβετοί το έχτισαν πάνω σε κάτι πιο σπάνιο: την κοινή λογική. Και αυτό το έκανε να θεωρείται από πολλούς ως το πιο έξυπνο σύνταγμα στον κόσμο.
Η μεγαλύτερη καινοτομία του είναι ότι τοποθέτησε την κυριαρχία απευθείας στον λαό. Στην Ελβετία, οι πολίτες δεν ψηφίζουν μόνο για κυβερνήσεις. Μπορούν να αλλάξουν τον ίδιο τον θεμελιώδη νόμο με δημοψηφίσματα. Ο μηχανισμός της «λαϊκής πρωτοβουλίας» επιτρέπει σε κάθε ομάδα πολιτών που μαζεύει 100.000 υπογραφές να προτείνει τροποποίηση του Συντάγματος. Το κράτος δεν έχει το αλάθητο· το έχει ο λαός.
Δεν είναι όμως μόνο η δύναμη της άμεσης δημοκρατίας που κάνει το ελβετικό σύνταγμα τόσο ξεχωριστό. Είναι και η λιτότητα και η σαφήνεια των διατάξεών του. Αποφεύγει τα δυσνόητα νομικά κείμενα, τις γενικόλογες ευχές και τις αόριστες διακηρύξεις. Περιγράφει ακριβώς τι πρέπει να γίνεται και ποιος έχει την ευθύνη για κάθε πράξη.
Μια άλλη ιδιοφυΐα του είναι η αρχή της επικουρικότητας. Οτιδήποτε μπορεί να λυθεί σε τοπικό επίπεδο, δεν ανεβαίνει ποτέ σε εθνικό. Το σύνταγμα σέβεται βαθιά την αυτονομία των καντονιών, σε τέτοιο βαθμό που σε πολλά θέματα ο καθένας ζει σχεδόν σαν σε ξεχωριστή μικρή χώρα, με δικούς του κανόνες και διατάξεις.
Ακόμα και η αναθεώρησή του είναι οργανωμένη με απίστευτη πρακτικότητα. Δεν χρειάζονται επαναστάσεις, ούτε πανηγυρικές εθνοσυνελεύσεις. Με απλό δημοψήφισμα, κάθε άρθρο μπορεί να αλλάξει ή να προστεθεί. Το σύνταγμα έτσι εξελίσσεται, δεν παλιώνει ποτέ.
Το Σύνταγμα της Ελβετίας διδάσκει κάτι που πολλές χώρες ξεχνούν: ότι οι νόμοι είναι εργαλεία, όχι διακοσμητικά. Ότι ο λαός πρέπει να εμπιστεύεται το κράτος μόνο όσο το κράτος εμπιστεύεται τον λαό. Και ότι το πιο μεγάλο κείμενο δεν είναι το πιο σοφό· το πιο σοφό είναι εκείνο που δεν χρειάζεται πολλές λέξεις για να φτιάξει έναν κόσμο που λειτουργεί.