Γράφτηκε στη σχολή για το φαγητό, η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή. Με τον καιρό εξελίχθηκε στον πιο γνωστό κακό της Ελλάδας
Από τη Σεβαστουπούλειο Σχολή, στον πιο θρυλικό "κακό" του ελληνικού κινηματογράφου.
Όταν κάποιος σκέφτεται τον “κακό” του ελληνικού κινηματογράφου, το πρώτο όνομα που έρχεται στο μυαλό είναι ο Σπύρος Καλογήρου. Με το τραχύ βλέμμα του, τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή και μια παρουσία που γέμιζε την οθόνη, κατάφερε να γίνει ο πιο αξέχαστος κινηματογραφικός αντίπαλος, ο άνθρωπος που όλοι αγαπούσαν να μισούν. Όμως, πίσω από τον σκληρό ρόλο, υπήρχε ένας βαθιά συναισθηματικός άνθρωπος, με μια ζωή γεμάτη δυσκολίες, πάθη και αγάπη για την τέχνη.
Γεννήθηκε στην Κυψέλη το 1922 και η παιδική του ηλικία ήταν κάθε άλλο παρά εύκολη. Μεγάλωσε σε μια φτωχή οικογένεια και γράφτηκε στη Σεβαστουπούλειο Εργατική Σχολή, όχι από αγάπη για τη μάθηση, αλλά για το φαγητό που προσέφεραν στους μαθητές. Τα χρόνια ήταν δύσκολα, αλλά ο νεαρός Σπύρος είχε μέσα του το πείσμα και την επιμονή να φτιάξει κάτι καλύτερο για τη ζωή του.
Πριν τον κερδίσει το θέατρο, δούλεψε ως φωτογράφος και μαζί με τον αδερφό του διατηρούσε ένα φωτογραφείο. Το θέατρο μπήκε στη ζωή του από ένα τυχαίο γεγονός. Ένας σκηνοθέτης, ακούγοντας τη φωνή του να διαβάζει στίχους στον ραδιοφωνικό σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων, είδε σε εκείνον κάτι μοναδικό. Τον προέτρεψε να ασχοληθεί επαγγελματικά με την ηθοποιία, όμως ο Καλογήρου δεν ήταν σίγουρος. Εκείνος ο σκηνοθέτης, όμως, δεν το έβαλε κάτω και τον οδήγησε σχεδόν με το ζόρι στη Δραματική Σχολή του Ελληνικού Ωδείου. Ήταν η αρχή ενός μεγάλου κεφαλαίου.
Η σκηνή του θεάτρου τον μάγεψε. Από την πρώτη του εμφάνιση το 1955 με τον θίασο του Νίκου Χατζίσκου στον “Ερωτόκριτο”, μέχρι τις παραστάσεις του με το Θέατρο Τέχνης “Κάρολος Κουν”, ο Καλογήρου εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο ταλαντούχους ηθοποιούς της εποχής του. Έπαιξε σε όλα τα είδη, από αρχαίο δράμα μέχρι επιθεώρηση, δίνοντας πάντα τον καλύτερό του εαυτό.
Στον κινηματογράφο έκανε την πρώτη του εμφάνιση το 1955 στην ταινία “Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας”, αλλά η πραγματική καταξίωση ήρθε μέσα από τους ρόλους του “κακού”. Το παρουσιαστικό του, η εκφραστικότητά του και η φωνή του τον έκαναν τον απόλυτο “κακό” του ελληνικού σινεμά. Η πιο θρυλική του σκηνή; Η στιγμή που κοιτάζει τον Νίκο Κούρκουλο στη “Λόλα” και του λέει: “Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη”. Μια φράση που έμεινε χαραγμένη στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.
Παρόλο που οι ρόλοι του ήταν σκληροί, στην πραγματική του ζωή ήταν ένας τρυφερός και ευαίσθητος άνθρωπος. Το 1952 γνώρισε την Ευαγγελία Σαμιωτάκη, τη γυναίκα που έμελλε να γίνει το άλλο του μισό. Ήταν 13 χρόνια μικρότερή του, αλλά αυτό δεν στάθηκε ποτέ εμπόδιο. Μαζί έζησαν μια ζωή γεμάτη αγάπη, θεατρικές παραστάσεις και όνειρα. Ο γάμος τους κράτησε πάνω από 50 χρόνια, κάτι σπάνιο στον καλλιτεχνικό χώρο.
Ο Καλογήρου δεν ήταν μόνο ηθοποιός, ήταν ένα σύμβολο. Ένας άνθρωπος που ξεκίνησε από τη φτώχεια, πάλεψε, εργάστηκε σκληρά και έγραψε τη δική του ιστορία. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, αποσύρθηκε από το θέατρο και πέρασε τις ημέρες του στο εξοχικό του, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Έφυγε από τη ζωή το 2009, αφήνοντας πίσω του μια κληρονομιά που δεν θα ξεχαστεί ποτέ.