Η Χιονάτη των Ελλήνων λεγόταν Μυρσίνη και ήταν πολύ πιο τρομακτική
Δεν είχε κακιά μητριά ούτε νάνους. Η Μυρσίνη είναι η ελληνική Χιονάτη, και ίσως πολύ πιο ανατριχιαστική.
Δεν είχε θετή μητέρα με καθρέφτη, αλλά δύο ζηλόφθονες αδερφές. Δεν είχε νάνους, αλλά τους ίδιους τους μήνες του χρόνου. Δεν τη βρήκε κυνηγός στο δάσος, αλλά την εγκατέλειψαν σκόπιμα στον τάφο της μάνας της. Η Μυρσίνη είναι το ελληνικό παραμύθι που έμεινε θαμμένο σαν μυστικό, παρότι κουβαλά μια ιστορία που συναγωνίζεται –και ίσως ξεπερνά– τη διάσημη Χιονάτη.
Ο ήλιος ο ίδιος έβγαινε κάθε πρωί και δήλωνε: «Η Μυρσίνη είναι η πιο όμορφη». Και κάθε φορά, οι δύο μεγαλύτερες αδελφές της σκούραιναν από φθόνο. Τη μία μέρα την πήγαν στον τάφο της μάνας τους με το πρόσχημα του μνημόσυνου. Την άλλη μέρα την άφησαν μόνη και έφυγαν. Η Μυρσίνη περίμενε μέχρι που νύχτωσε. Και τότε τα δέντρα του δάσους της μίλησαν.
«Άσε το ψωμί σου να κυλήσει στον λόφο και ακολούθησέ το», της είπε ένα δέντρο. Εκείνη υπάκουσε. Το ψωμί έπεσε σε μια τρύπα, κι εκείνη μαζί του. Στο βάθος υπήρχε ένα σπίτι – άδειο, βουβό, μυστηριώδες. Και η Μυρσίνη άρχισε να καθαρίζει, να τακτοποιεί, να ζωντανεύει το άδειο σπίτι.
Ήταν το σπίτι των Δώδεκα Μηνών. Όταν την είδαν, τη δέχτηκαν σαν αδελφή τους. Εκεί έμεινε και άνθισε. Μέχρι που μια μέρα, οι αδερφές της έμαθαν ότι ζούσε – και σχεδίασαν να τελειώσουν αυτό που ξεκίνησαν. Την πρώτη φορά της έφεραν δηλητηριασμένο κέικ. Την επόμενη, ένα δαχτυλίδι δήθεν από τη μάνα τους. Όταν το φόρεσε, έπεσε νεκρή.
Οι Μήνες τη θρήνησαν και την έκλεισαν σε χρυσό σεντούκι. Χρόνια μετά, ένας πρίγκιπας είδε το σεντούκι και μαγεύτηκε. Το πήρε μαζί του, αλλά του απαγόρευσαν να το ανοίξει. Κάποια μέρα αρρώστησε και το άνοιξε, κι όταν της έβγαλε το δαχτυλίδι, η Μυρσίνη ξύπνησε. Έτσι απλά. Χωρίς φιλιά, χωρίς μαγεία. Μόνο με την αφαίρεση του κακού.
Ο πρίγκιπας την παντρεύτηκε και έριξε το δαχτυλίδι στη θάλασσα. Οι αδερφές της ήρθαν ξανά, αλλά αυτή τη φορά τους περίμενε η δικαιοσύνη – όχι ένα δηλητηριασμένο κέικ.
Η Μυρσίνη είναι παραμύθι ελληνικό, ζυμωμένο με το δάσος, τη ζήλια, την επιμονή και την αλήθεια. Μια ιστορία που φανερώνει πως δεν χρειάζονται μάγισσες όταν υπάρχει η ανθρώπινη κακία. Ο ήλιος, όμως, κάθε πρωί θα λέει το ίδιο: η Μυρσίνη είναι η πιο όμορφη.