Η Ρένα Βλαχοπούλου αγκαλιά με ένα αρνί και ένα όπλο φωνάζει Αμάρτησα για το αρνί μου
Με τουαλέτα, αρνί και όπλο, η Ρένα Βλαχοπούλου σατίρισε τις ελληνικές μελό ταινίες στο νούμερο «Αμάρτησα για το αρνί μου».
Το καλοκαίρι του 1962, το ελληνικό θέατρο είδε μια παράσταση που έγραψε ιστορία για όλους τους λάθος —και γι’ αυτό ακριβώς σωστούς— λόγους. Η «Οδός Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι στο θέατρο Μετροπόλιταν παρουσίασε τη Ρένα Βλαχοπούλου όπως δεν την είχε ξαναδεί ποτέ κανείς: με τουαλέτα, αρνί στην αγκαλιά και μια καραμπίνα στον ώμο, να φωνάζει «Αμάρτησα για το αρνί μου».
Η σκηνή ήταν μέρος του νούμερου «Όνειρο της Οθόνης», ένα σατιρικό σχόλιο πάνω στα μελοδράματα της εποχής, τα λεγόμενα «μελό». Η Ρένα σατίριζε τις κλασικές δραματικές πρωταγωνίστριες του ελληνικού κινηματογράφου που κρατούσαν παιδιά, σταυρούς ή απελπισμένα γράμματα – μόνο που αυτή κρατούσε… αρνί. Και δίπλα της, ο ίδιος ο Μάνος Χατζιδάκις, ντυμένος τσολιάς.
Το πεντάλεπτο φιλμάκι που προβαλλόταν στο φόντο έκανε την ανατροπή ολοκληρωτική. Σε ασπρόμαυρη εικόνα, η Βλαχοπούλου με το επιβλητικό της χτένισμα στεκόταν αγέρωχη σε βραχώδες τοπίο, κρατώντας το αρνί και το όπλο της με θρηνητική αποφασιστικότητα. Κάθε πλάνο ήταν σάτιρα, κάθε λέξη γκρέμιζε την υπερβολή των ελληνικών μελοταινιών.
Στην παράσταση, οι «αδελφές Τατά» ήταν τέσσερις: Ρένα Βλαχοπούλου, Ζωή Φυτούση, Μάρω Κοντού και Νίκη Λεμπέση. Όλες μαζί συμμετείχαν σε ένα καλειδοσκόπιο μουσικοθεατρικής ανατροπής, με σκηνοθεσία του Αλέξη Σολομού και σκηνικά από τον Μίνω Αργυράκη. Ήταν μια εποχή που η ελληνική σκηνή μπορούσε να σατιρίσει τον εαυτό της με απίστευτη κομψότητα.
Το αρνί έγινε σύμβολο. Όχι του Πάσχα, ούτε της θυσίας. Ήταν το απόλυτο αντικείμενο παρωδίας, κρατημένο με τόσο θεατρική στοργή, που μόνο η Βλαχοπούλου μπορούσε να κάνει το κοινό να κλαίει από τα γέλια και ταυτόχρονα να νιώθει πως βλέπει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια κωμωδία. Ήταν καθρέφτης του ίδιου του λαϊκού συναισθήματος της εποχής.
Η φράση «Αμάρτησα για το αρνί μου» δεν γράφτηκε ποτέ σε τραγούδι, ούτε σε σενάριο. Αλλά ειπώθηκε και έμεινε. Σαν ατάκα, σαν εικόνα, σαν σκηνική κραυγή που συνοψίζει όλο τον σουρεαλισμό, το χιούμορ και την καρδιά της παλιάς Ελλάδας. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε γέλια και φως, γεννήθηκε μια από τις πιο απροσδόκητες πολιτιστικές στιγμές του ελληνικού θεάτρου.