Ο τελευταίος αυτοκράτορας των Μογγόλων πέθανε εξόριστος με όπιο στα χείλη, αφού είδε τους γιους του να εκτελούνται
Ποιητής, σύμβολο μιας χαμένης αυτοκρατορίας, και πατέρας που θρήνησε ζωντανά τους γιους του.
Ήταν ο τελευταίος που φόρεσε τον τίτλο του Μεγάλου Μογγόλου. Όχι σε θρίαμβο, αλλά σε σιωπή. Ο Μπαχαδουρ Σαχ Ζαφάρ βρισκόταν ήδη στα βαθιά του γηρατειά όταν κλήθηκε να γίνει το σύμβολο της ινδικής εξέγερσης του 1857. Δεν ήταν στρατηγός, ούτε φιλόδοξος βασιλιάς. Ήταν ποιητής. Αλλά όταν οι Ινδοί εξεγέρθηκαν ενάντια στη Βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, τον ζήτησαν για ηγέτη. Και αυτός, ίσως από καθήκον, ίσως από ανάγκη, είπε το ναι.
Η εξέγερση απέτυχε. Οι Βρετανοί κατέλαβαν το Δελχί, και ο Ζαφάρ παραδόθηκε με την υπόσχεση πως θα του χαριστεί η ζωή. Όμως οι Άγγλοι δεν τήρησαν τις υποσχέσεις τους. Οι γιοι του συνελήφθησαν, και μπροστά στα μάτια του, τους εκτέλεσαν εν ψυχρώ — όχι σε πεδίο μάχης, αλλά σε δρόμο της πόλης, για να σταλεί μήνυμα.
Ο ίδιος, χωρίς πια τίποτα, φορτώθηκε σε ένα απλό κάρο βοδιών και εξορίστηκε στη Ρανγκούν, στη Βιρμανία. Όχι σαν αυτοκράτορας, αλλά σαν κρατούμενος. Εκεί, σε ένα απλό, υγρό σπίτι, πέρασε τα τελευταία του χρόνια υπό επιτήρηση, γράφοντας στίχους που μιλούσαν για απώλεια, για τη μνήμη μιας αυτοκρατορίας που χάθηκε, για την αγάπη που δεν έρχεται πια. Εκεί έγραψε:
«Δεν είμαι το φως των ματιών κανενός, ούτε η παρηγοριά της καρδιάς κανενός.
Είμαι μια χούφτα σκόνη, άχρηστος για όλους.»
Κάθε λέξη ήταν πληγή. Το όπιο έγινε η μόνη του φυγή. Μέρα με τη μέρα, ξεθώριαζε. Όχι με οργή, αλλά με μια βαθιά, προσωπική παραίτηση.
Κάποιοι λένε πως ο γιος του, ο πρίγκιπας Τζαουάν Μπακτ, ερωτεύτηκε μια απλή ψαρού στη Ρανγκούν. Ότι απαρνήθηκε την ιδέα του θρόνου, τα βασιλικά δικαιώματα και το βαρύ όνομα, για να ζήσει σαν άνθρωπος, όχι σαν σύμβολο. Ότι σε εκείνη την μικρή πράξη αγάπης, έσπασε τις αλυσίδες του παρελθόντος.
Ο πατέρας του δεν είπε λέξη. Δεν είχε πια λέξεις. Μόνο σιωπή. Και όπιο. Ο τελευταίος αυτοκράτορας της δυναστείας που ίδρυσε ο Μπαμπούρ και μεγάλωσε με τον Ακμπάρ, πέθανε ξεχασμένος, ξένος, εκτός πατρίδας.
Και τάφηκε σε άγνωστο σημείο, γιατί οι Βρετανοί δεν ήθελαν τάφο που να μπορεί να γίνει μνήμη.
