Ο βαμπίρ του Ντίσελντορφ: Ζήτησε να ακούσει το αίμα του να τρέχει καθώς πέθαινε
Ο Πέτερ Κούρτεν βασάνισε, σκότωσε και ήπιε αίμα. Στο τέλος, ζήτησε μόνο ένα πράγμα: να ακούσει το αίμα του να τρέχει μετά τον αποκεφαλισμό του.
Γεννήθηκε μέσα στη βία, μεγάλωσε με αίμα και βασανιστήρια, και έζησε για να βλέπει τον τρόμο στα μάτια των θυμάτων του. Ο Πέτερ Κούρτεν δεν ήταν απλώς ένας κατά συρροήν δολοφόνος. Ήταν η ζωντανή απάντηση στο ερώτημα αν το κακό γεννιέται ή δημιουργείται. Ένας άνθρωπος που συνδύαζε την απόλυτη καθημερινότητα με τη σαδιστική φρίκη.
Το παρατσούκλι «Βαμπίρ του Ντίσελντορφ» δεν ήταν τυχαίο. Ο Κούρτεν, αφού βασάνιζε και σκότωνε τα θύματά του, έπινε το αίμα τους. Δεν το έκανε από ανάγκη, αλλά από ευχαρίστηση. Την ίδια που άλλοι νιώθουν όταν ερωτεύονται. Ήταν τόσο απόλυτη η σύνδεση του αίματος με τη σεξουαλική του διέγερση, ώστε πολλές φορές έφτανε σε οργασμό μόνο και μόνο αγγίζοντας το χώμα από ταφές που ο ίδιος είχε προκαλέσει.
Το 1930, αφού είχε ήδη σκοτώσει εννιά ανθρώπους και είχε επιτεθεί σε δεκάδες άλλους, συνελήφθη και ομολόγησε. Όχι μόνο δεν έδειξε μεταμέλεια, αλλά περιέγραψε τις πράξεις του με απόλαυση, αναπαριστώντας λεπτομερώς τις σκηνές των εγκλημάτων, χωρίς να χάσει το παραμικρό. Η αστυνομία δεν πίστευε στα αυτιά της.
Στη δίκη, καταδικάστηκε σε θάνατο. Και όταν έφτασε η μέρα της εκτέλεσής του, έκανε την τελευταία του ερώτηση στον γιατρό που ήταν παρών: «Θα μπορώ να ακούσω το αίμα μου να τρέχει από τον λαιμό μου αφού μου κόψουν το κεφάλι; Αυτό θα ήταν η απόλαυση όλων των απολαύσεων».
Το κεφάλι του διατηρήθηκε για επιστημονική έρευνα. Κανείς δεν βρήκε κάτι περίεργο στον εγκέφαλό του. Ήταν ένας άνθρωπος. Αλλά η ζωή του ήταν ένας εφιάλτης που ποτέ δεν ξύπνησε.