Όταν ο Μπετόβεν συνελήφθη από την αστυνομία γιατί τον πέρασαν για… αλήτη
Ο Μπετόβεν συνελήφθη γιατί φαινόταν σαν αλήτης. Δεν τον αναγνώρισαν.
Ήταν χειμώνας του 1820. Ο Μπετόβεν είχε ήδη χάσει σχεδόν πλήρως την ακοή του και περπατούσε στους δρόμους του Βίνερ Νόιστατ φορώντας παλιά ρούχα, με τα μαλλιά του αχτένιστα, το βλέμμα του βυθισμένο σε σκέψεις. Στο χέρι κρατούσε ένα σημειωματάριο. Δεν μιλούσε σε κανέναν. Δεν φαινόταν να ανήκει πουθενά.
Η αστυνομία της εποχής ήταν σε εγρήγορση. Είχαν αναφορές για ύποπτους περιπλανώμενους στην πόλη. Κάποιος είδε τον άγνωστο άνδρα, τον περιέγραψε ως “παράξενο, ατημέλητο και πιθανώς επικίνδυνο”. Οι αστυνομικοί τον πλησίασαν. Ο Μπετόβεν δεν απάντησε – δεν μπορούσε να ακούσει. Και τότε τον συνέλαβαν.
Στο τμήμα δεν μπορούσε να αποδείξει ποιος είναι. Ήταν ακατάστατος, χωρίς έγγραφα, και οι αστυνομικοί θεώρησαν πως ήταν αλήτης ή και δραπέτης. Ένας τυχαίος άγνωστος. Δεν είχαν ιδέα ότι μπροστά τους είχαν τον άνθρωπο που είχε ήδη γράψει τις πρώτες 8 συμφωνίες – και που μέσα στο κεφάλι του, χωρίς να ακούει, ετοίμαζε την ένατη.
Χρειάστηκε να παρέμβει ο τοπικός μουσικός διευθυντής, ο Χέρτσογκ. Ενημερώθηκε για τη σύλληψη και έσπευσε στο τμήμα. Όταν μπήκε, αναγνώρισε τον Μπετόβεν αμέσως. Με λίγα λόγια και πολλή αμηχανία, οι αστυνομικοί απολογήθηκαν. Τον άφησαν ελεύθερο. Δεν σημειώθηκε καν επίσημο περιστατικό.
Ο ίδιος ο Μπετόβεν δεν το ξέχασε ποτέ. Στα ημερολόγιά του αναφέρεται στο συμβάν με σκωπτική διάθεση. Δεν τον πείραξε τόσο η ταπείνωση, όσο το γεγονός ότι ο κόσμος δεν μπορούσε να ξεχωρίσει έναν μεγάλο μουσικό από έναν φτωχό τρελό. Εκείνη η μέρα έγινε για τον ίδιο μια ήσυχη παραβολή για τη δόξα και την απόσταση από την κοινωνία.
Η εικόνα είναι σχεδόν κινηματογραφική: ένας άνδρας περπατά στους δρόμους, ακούγοντας μουσική μόνο στο μυαλό του, αδιάφορος για την εμφάνισή του, απομονωμένος, παρεξηγημένος. Κι όμως, ετοιμάζει να γράψει το «Ωδή στη Χαρά». Η αστυνομία δεν το ήξερε. Αλλά η Ιστορία το κράτησε για πάντα.