Πήγε πατάτες στο παλάτι, έβαλε φρουρούς να τις φυλάνε και έστησε το πιο ευφυές σχέδιο μάρκετινγκ στην ιστορία της διατροφής
Δεν τους έπεισε με λόγια, αλλά με κόλπα. Ο Παρμαντιέ έκανε την πατάτα διάσημη βάζοντας φρουρούς και μπουκέτα.
Στη Γαλλία του 18ου αιώνα, η πατάτα δεν ήταν φαγητό. Ήταν πρόβλημα. Τη θεωρούσαν κατάλληλη μόνο για τα ζώα ή τους φυλακισμένους. Η ελίτ την περιφρονούσε, οι φτωχοί την υποψιάζονταν, και οι γιατροί της εποχής τη θεωρούσαν ακόμα και επικίνδυνη για την υγεία. Ώσπου εμφανίστηκε ένας άνθρωπος που άλλαξε την εικόνα της για πάντα — όχι με επιχειρήματα, αλλά με ένα σχέδιο γεμάτο εντυπωσιασμούς, ψυχολογία και θεατρικότητα. Τον έλεγαν Αντουάν Ογκιστέν Παρμαντιέ.
Ο Παρμαντιέ είχε γνωρίσει την πατάτα ως αιχμάλωτος πολέμου στη Γερμανία, όπου τη χρησιμοποιούσαν στην καθημερινή διατροφή. Όταν επέστρεψε στη Γαλλία, ήξερε πως αυτός ο φαινομενικά ταπεινός κονδύλος μπορούσε να σώσει χιλιάδες ανθρώπους από την πείνα. Αλλά δεν αρκούσε να το πει. Έπρεπε να πείσει.
Έστησε δείπνα στα οποία καλούσε αριστοκράτες και επιστήμονες. Στα τραπέζια του κάθισαν προσωπικότητες όπως ο Βενιαμίν Φραγκλίνος και ο Αντουάν Λαβουαζιέ, και κάθε πιάτο είχε μέσα του… πατάτα. Όχι σαν συνοδευτικό. Σαν κύριο. Μετά, προχώρησε στο επόμενο βήμα: πρόσφερε μπουκέτα με άνθη πατάτας στον βασιλιά Λουδοβίκο ΙΣΤ΄ και στη Μαρία Αντουανέτα. Σαν να τους έλεγε: δεν είναι φαγητό των φτωχών. Είναι κάτι όμορφο. Κάτι βασιλικό.
Και τότε ήρθε το πιο ευφυές του κόλπο.
Το 1786, του παραχωρήθηκε μια έκταση γης κοντά στο Νεϊγί. Εκεί φύτεψε πατάτες και τις περιέφραξε με ένοπλους φρουρούς. Όλη την ημέρα, οι στρατιώτες ήταν παρόντες, κάνοντας τη σοδειά να φαίνεται εξαιρετικά πολύτιμη. Τις νύχτες, όμως, αποσύρονταν σκόπιμα — για να αφήνουν τους περίοικους να «κλέβουν» τις πατάτες. Ό,τι κλέβεται, φαίνεται πολύτιμο. Και ό,τι φαίνεται πολύτιμο, γίνεται ποθητό. Το σχέδιο λειτούργησε.
Η πατάτα άρχισε να καλλιεργείται, να καταναλώνεται, να διαδίδεται. Η Γαλλία, που κάποτε την απέρριπτε, την αγκάλιασε σαν εθνικό προϊόν. Ο Παρμαντιέ δεν έσωσε απλώς ένα λαχανικό από την περιφρόνηση. Έσωσε ζωές. Και το έκανε με επικοινωνία, όχι με εξουσία.
Χρόνια αργότερα, όταν η Ελλάδα προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της μετά την Επανάσταση, ένας άλλος διορατικός άντρας έκανε το ίδιο: ο Ιωάννης Καποδίστριας. Κι εκείνος προσπάθησε να πείσει τους πεινασμένους και καχύποπτους Έλληνες να φάνε αυτό το νέο φαγητό. Έβαλε πατάτες σε αποθήκες και τοποθέτησε φρουρούς. Κι εκείνος απομάκρυνε τη φρουρά τη νύχτα. Κι εκείνες «κλάπηκαν». Και φαγώθηκαν. Και έμειναν. Μέχρι σήμερα.