Πως το πλυντήριο ρούχων γκρέμισε τις φυλακές για γυναίκες στην Ιρλανδία
Δεν χρειάστηκε νόμος ή επανάσταση. Το πλυντήριο ρούχων ήταν αρκετό για να κλείσουν τα άσυλα της Μαγδαληνής.
Δεν ήταν φυλακές με κάγκελα. Δεν είχαν φύλακες με όπλα. Κι όμως, για χιλιάδες γυναίκες στην Ιρλανδία του 19ου και 20ού αιώνα, ήταν τόποι εξαναγκασμού, σιωπής και ταπείνωσης. Ήταν τα περίφημα άσυλα της Μαγδαληνής.
Εκεί στέλνονταν ανύπαντρες μητέρες, γυναίκες που κρίθηκαν ανήθικες ή απλώς άτυχες. Το έγκλημά τους; Η απόκλιση από τον στενό καθωσπρεπισμό της εποχής. Δεν καταδικάζονταν σε φυλάκιση από δικαστή. Καταδικάζονταν από την κοινωνία – και από τις ίδιες τους τις οικογένειες.
Η ζωή εκεί ήταν αδιάκοπη δουλειά. Από τα χαράματα, οι γυναίκες έπλεναν ρούχα στο χέρι, για λογαριασμό νοσοκομείων, στρατιωτικών εγκαταστάσεων, σχολείων. Η βαριά εργασία και η αυστηρή πειθαρχία έδιναν άλλοθι στη βιομηχανική εκμετάλλευση.
Για δεκαετίες, τα άσυλα ευημερούσαν χάρη στο μοναδικό τους προϊόν: καθαρά ρούχα. Η χειρωνακτική πλύση ήταν ο βασικός λόγος ύπαρξής τους. Ήταν τόσο απαραίτητες, όσο απαραίτητο ήταν το καθαρό λινό στα ιρλανδικά νοικοκυριά.
Και τότε, μπήκε στα σπίτια ένα μηχάνημα. Το πλυντήριο ρούχων. Μεταμόρφωσε το νοικοκυριό. Έδωσε στις γυναίκες πίσω τον χρόνο τους. Αλλά έπληξε και τον οικονομικό πυλώνα των ασύλων: τις υπηρεσίες καθαρισμού.
Η ζήτηση για τις πλύσεις των «κοριτσιών της Μαγδαληνής» μειώθηκε. Οι πελάτες απομακρύνθηκαν. Οι συμβάσεις σταμάτησαν να ανανεώνονται. Τα άσυλα άρχισαν να κλείνουν. Όχι επειδή η κοινωνία μετανόησε, αλλά γιατί τα ρούχα μπορούσαν πια να πλυθούν με το πάτημα ενός κουμπιού.
Η Frances Finnegan, ιστορικός που ερεύνησε σε βάθος τη λειτουργία αυτών των ιδρυμάτων, αναγνώρισε ότι η τεχνολογία – και συγκεκριμένα το πλυντήριο – έπαιξε κρίσιμο ρόλο στη διάλυση των ασύλων. Ένας ήσυχος μηχανικός ήχος αντικατέστησε το βογγητό των γυναικών που έτριβαν σεντόνια στο χέρι.
Πίσω από μια τεχνολογική πρόοδο κρύβεται μια αληθινή κοινωνική επανάσταση. Δεν χρειάστηκε επανάσταση, διαδηλώσεις ή νόμοι. Μόνο ένα καινούριο μηχάνημα στην κουζίνα, και η αλυσίδα έσπασε.