Το χωριό που βούλιαξε για να πίνει νερό η Αθήνα
Όταν η στάθμη της λίμνης πέφτει, τα σπίτια ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια. Σαν να ζητούν να θυμηθείς τι χάθηκε για να γεμίσει η βρύση σου.
Δεν ήταν μεγάλο. Είχε σχολείο, εκκλησία, πλατεία και ένα καφενείο που άνοιγε μόνο τα απογεύματα. Είχε φωνές παιδιών και μυρωδιές από ξύλα. Είχε Κάλλιο.
Το Κάλλιο της Φωκίδας δεν υπάρχει πια. Όχι γιατί έφυγαν οι άνθρωποι, αλλά γιατί το έπνιξε το νερό. Το 1979 ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση. Οι μηχανές έφτασαν, οι άνθρωποι απομακρύνθηκαν και η καρδιά ενός χωριού θάφτηκε κάτω από μια τεχνητή λίμνη.
Η λίμνη Μόρνου ήταν απαραίτητη για την Αθήνα. Μια πρωτεύουσα που μεγάλωνε, που διψούσε. Το υδραγωγείο της, ένα από τα μεγαλύτερα της Ευρώπης, ήθελε να γεμίσει. Και ο Μόρνος, ο ποταμός της περιοχής, θα γινόταν φράγμα. Ένα φράγμα 125 μέτρων που θα κράταγε πίσω του όχι μόνο νερό, αλλά και μνήμες.
Οι κάτοικοι του Καλλίου μεταφέρθηκαν σε νέα θέση, λίγο πιο πάνω. Όμως η μετακίνηση αυτή δεν ήταν μετεγκατάσταση, ήταν αποκοπή. Οι στέγες, οι αυλές, τα παλιά σπίτια, όλα έμειναν στον βυθό. Και όταν έρχεται ξηρασία και η στάθμη πέφτει, το χωριό ξαναφαίνεται. Όχι ζωντανό. Σαν φάντασμα.
Κανείς δεν τους είπε τότε πως θα ξαναδούν τα σπίτια τους. Και κανείς δεν τους προετοίμασε για το σοκ: να βλέπεις το παλιό καμπαναριό να ξεπροβάλλει ανάμεσα σε θάμνους και λάσπες.
Το Κάλλιο ανήκει πλέον στα σιωπηλά χωριά της Ελλάδας. Στα χωριά που δεν τα πήρε ο χρόνος, αλλά μια απόφαση. Δεν υπάρχουν χάρτινα αρχεία, μόνο φωτογραφίες και προφορικές αφηγήσεις. Και μια λίμνη, που σε κάθε γουλιά νερού, σου θυμίζει ότι κάτι χάθηκε.
Η Αθήνα πίνει νερό. Το Κάλλιο σιωπά. Μα όχι πάντα. Όταν τα νερά πέφτουν, μιλάει. Με πέτρες, σκεπές και ξεχασμένα παράθυρα. Και με μια ιστορία που ζητά να ειπωθεί ξανά και ξανά, για να μην ξαναβυθιστεί στη λήθη.
