Το κλάμα του μωρού σου μπορεί να σου καταστρέψει την ακοή και δεν είναι υπερβολή
Ένα μωρό που κλαίει δυνατά μπορεί να παράγει πάνω από 100 dB
Ήχοι πάνω από 85 ντεσιμπέλ θεωρούνται από τους ειδικούς επιβλαβείς όταν η έκθεση σε αυτούς είναι παρατεταμένη. Οι περισσότεροι φαντάζονται εργοστάσια, συναυλίες ή αεροδρόμια. Ελάχιστοι όμως σκέφτονται την κούνια του μωρού τους. Κι όμως, ένα βρέφος που κλαίει με ένταση μπορεί να φτάσει σε ηχητικά επίπεδα ανάλογα με αυτά μιας σειρήνας ασθενοφόρου.
Σε μετρήσεις που έγιναν σε βρέφη, οι τιμές κυμαίνονται από 99 έως και 120 dB, ανάλογα με την απόσταση και την ένταση του κλάματος. Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος, στα 120 dB βρίσκεται ένα rock live μπροστά από τα ηχεία, ή ένα αλυσοπρίονο σε απόσταση αναπνοής. Δεν είναι τυχαίο που νοσοκομεία, παιδικοί σταθμοί και βρεφονηπιακοί χώροι αρχίζουν πλέον να εξετάζουν τον κίνδυνο έκθεσης του προσωπικού σε ηχορύπανση.
Η έκθεση σε υψηλά επίπεδα ήχου δεν προκαλεί άμεσα προβλήματα, αλλά η συνεχής, καθημερινή επανάληψη μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμες μικροβλάβες στον κοχλία, τον ευαίσθητο μηχανισμό μέσα στο αυτί που καταγράφει τους ήχους. Γι’ αυτό και σε πολλές χώρες, οι εργαζόμενοι σε βρεφικά τμήματα λαμβάνουν οδηγίες να απομακρύνονται σε τακτά διαστήματα ή να φορούν ειδικά ηχομονωτικά ακουστικά με διαφάνεια στην ομιλία.
Οι γονείς, φυσικά, δεν έχουν αυτή την επιλογή. Πολλές φορές κρατούν το μωρό αγκαλιά, με το στόμα του κυριολεκτικά δίπλα στο αυτί τους. Οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν ότι εκείνες οι στιγμές κούρασης και αγωνίας μπορούν να αφήσουν ανεπαίσθητα, αλλά σωρευτικά σημάδια στην ακοή τους. Ανάμεσα σε νανουρίσματα, αγκαλιές και ξενύχτια, χτίζεται ένας κίνδυνος που δεν ακούγεται — αλλά υπάρχει.
Η προληπτική προστασία δεν είναι ταμπού. Ούτε η ενημέρωση. Γιατί στο τέλος, κανείς δεν θα ήθελε να χάσει τον ήχο από τη φωνή του παιδιού του — επειδή άκουσε υπερβολικά πολύ το κλάμα του.