Το μεγαλύτερο χειροκρότημα στην ιστορία των Όσκαρ, 12 λεπτά χειροκρότημα
Όταν ο Τσάρλι Τσάπλιν ανέβηκε στη σκηνή των Όσκαρ το 1972, η αίθουσα τον αποθέωσε για 12 λεπτά. Ήταν το μεγαλύτερο χειροκρότημα στην ιστορία των Όσκαρ, και μια καθυστερημένη συγγνώμη.
Ήταν 10 Απριλίου 1972. Στη σκηνή των Όσκαρ, τα φώτα χαμηλώνουν και το κοινό σηκώνεται όρθιο. Ένας άντρας ανεβαίνει αργά στο βήμα. Δεν μιλάει. Δεν γελάει. Μόνο κοιτάζει. Και για 12 ολόκληρα λεπτά, το κοινό τον χειροκροτεί χωρίς σταματημό. Ήταν το μεγαλύτερο χειροκρότημα που είχε ακουστεί ποτέ στην ιστορία των Όσκαρ. Και δόθηκε σε έναν άνθρωπο που η ίδια αυτή βιομηχανία, κάποτε, είχε εξορίσει.
Ο Τσάρλι Τσάπλιν ήταν κάτι παραπάνω από ηθοποιός. Ήταν το ίδιο το σινεμά. Ένας άνθρωπος που έκανε τους θεατές να κλαίνε από τα γέλια, χωρίς να πει λέξη. Ο “Σαρλό” με το μπαστούνι και το καπέλο, ο ποιητής της φτώχειας, ο επαναστάτης της σιωπής. Μα πίσω από τη μάσκα, υπήρχε ένας πολιτικοποιημένος καλλιτέχνης, που δεν δίσταζε να καυτηριάσει την εξουσία, τον φασισμό, τον καπιταλισμό.
Το 1952, σε μια εποχή μαζικής καχυποψίας και αντικομμουνιστικής υστερίας, η Αμερική τον έθεσε υπό παρακολούθηση. Οι αρχές τον θεώρησαν “ανεπιθύμητο πρόσωπο”. Όταν έφυγε για ταξίδι στην Ευρώπη, δεν του επέτρεψαν να επιστρέψει. Η χώρα που τον έκανε θρύλο, τον είχε μόλις διώξει από το ίδιο της το σπίτι.
Για 20 χρόνια έζησε στην Ελβετία. Μακριά από τα στούντιο, τις κάμερες και τους προβολείς. Έγραφε μουσική. Έβλεπε τις ταινίες του να γεμίζουν αίθουσες χωρίς να μπορεί να μπει σε μία από αυτές. Δεν ήταν πια καλλιτέχνης. Ήταν φάντασμα.
Μέχρι που το 1972, η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου τον κάλεσε πίσω. Όχι για να παίξει. Αλλά για να του ζητήσει, χωρίς να το λέει, μια σιωπηλή συγγνώμη. Του απένειμε τιμητικό Όσκαρ για τη συνολική του προσφορά. Και εκείνος, εμφανίστηκε ξανά μπροστά στους ανθρώπους που κάποτε τον απέρριψαν.
Η αίθουσα σείστηκε. Ο κόσμος δεν σταματούσε να χειροκροτά. 12 λεπτά. Το πιο μακροχρόνιο standing ovation που έχει καταγραφεί ποτέ στα Όσκαρ. Κι ο Τσάπλιν, συγκινημένος, χαμογελούσε αμήχανα. Δεν χρειαζόταν να πει τίποτα. Το είπε η Ιστορία.