Το σώμα σου νομίζει ότι πνίγεσαι. Δεν είναι ιδέα σου. Το κάνει όταν αγχώνεσαι.
Το αρχαίο ρήμα «ἄγχω» σήμαινε «πνίγω». Και το σώμα σου, όταν αγχώνεσαι, νομίζει ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει. Δεν είναι υπερβολή. Είναι βιολογική αλήθεια.
Η λέξη «άγχος» προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «ἄγχω». Σήμαινε: πνίγω. Στραγγαλίζω. Σφίγγω. Δεν είναι τυχαίο. Το σώμα, όταν αγχώνεσαι, δεν καταλαβαίνει πως είσαι απλώς αργοπορημένος. Πιστεύει ότι βρίσκεσαι σε κίνδυνο ζωής. Και αντιδρά ακριβώς όπως θα αντιδρούσε αν σε έπνιγε κάποιος.
Η καρδιά αρχίζει να χτυπάει γρήγορα. Τα πνευμόνια ανοίγουν απότομα, παίρνεις περισσότερο αέρα, αλλά νιώθεις ότι δεν φτάνει. Το στήθος σου σφίγγει. Ο λαιμός σε κόβει. Οι παλάμες ιδρώνουν, η όραση γίνεται θολή και νιώθεις την ανάγκη να φύγεις, να τρέξεις, να κρυφτείς. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα γύρω. Είσαι σε ένα γραφείο. Ή σε ένα αμάξι.
Το σώμα σου νομίζει ότι κάτι σε κυνηγάει. Ότι δεν μπορείς να αναπνεύσεις. Ότι είσαι σε θανάσιμο κίνδυνο. Γιατί έτσι λειτουργεί. Ένας υπολογιστής φτιαγμένος πριν χιλιάδες χρόνια, με λογισμικό για θηρία, αλλά εκτεθειμένος σε e-mail, ειδοποιήσεις, deadlines και κοινωνικές πιέσεις που δεν ξέρει πώς να διαβάσει. Έτσι, τα μεταφράζει όλα σε μία εντολή: πανικός.
Το άγχος δεν είναι ιδέα σου. Είναι φυσιολογική αντίδραση. Το σώμα απελευθερώνει κορτιζόλη. Αυξάνεται η χοληστερόλη. Ρίχνονται οι σεξουαλικές ορμόνες. Το έντερο σταματάει. Ο ύπνος διαλύεται. Η γεύση αλλάζει. Οι αισθήσεις οξύνονται, και το μυαλό σου γεμίζει με σκέψεις που μπλέκονται σαν φίδια. Και τότε έρχεται το σφίξιμο. Ή όπως το λέγανε παλιά: το πνίξιμο.
Δεν μπορείς να συγκεντρωθείς. Ο παραμικρός ήχος σε τρομάζει. Αρπάζεσαι. Φωνάζεις. Κλαίς χωρίς λόγο. Χάνεις τον έλεγχο. Και το χειρότερο: νομίζεις ότι φταις. Ότι δεν αντέχεις. Ότι κάτι δεν πάει καλά με εσένα. Μα το μόνο που δεν πάει καλά, είναι ότι το σώμα σου νομίζει ότι πνίγεσαι. Ενώ απλώς έχεις ξεχάσει να αναπνεύσεις.
Το άγχος δεν είναι εχθρός. Είναι καμπανάκι. Ένα αρχαίο σύστημα συναγερμού που ενεργοποιείται με σύγχρονες πιέσεις. Το πρόβλημα δεν είναι το άγχος. Είναι ότι ζούμε σε έναν κόσμο που δεν σταματά ποτέ. Που δεν επιτρέπει να ξεκουραστείς. Και το σώμα, κάποια στιγμή, αντιδρά. Όπως θα αντιδρούσε ένας άνθρωπος που τον κρατάς κάτω από το νερό.