Το σπούκυ έθιμο που φωτογράφιζαν τους νεκρούς συγγενείς τους σα ζωντανούς
Στη βικτωριανή εποχή, η φωτογραφία του θανάτου δεν ήταν μακάβριο θέαμα, αλλά μια πράξη αγάπης
Στη βικτωριανή εποχή, όταν ο θάνατος βρισκόταν καθημερινά δίπλα στους ανθρώπους, ένα μακάβριο αλλά τρυφερό έθιμο γεννήθηκε: η φωτογράφιση των νεκρών ως ζωντανών. Αυτές οι φωτογραφίες, γνωστές ως “post-mortem photography”, δεν έγιναν από μακάβρια διάθεση, αλλά από ανάγκη. Ήταν μια προσπάθεια να κρατηθεί ζωντανή η μνήμη, όταν ο φωτογραφικός φακός ήταν πολυτέλεια και ο θάνατος μια συχνή απειλή. Σε μια εποχή όπου τα παιδιά πέθαιναν εύκολα, οι ασθένειες δεν είχαν θεραπείες και ο πόνος της απώλειας ήταν διάχυτος, η εικόνα του προσώπου που χάθηκε γινόταν κάτι παραπάνω από ανάμνηση – γινόταν ιερό τεκμήριο.
Οι φωτογραφίες αυτές δεν ήταν στιγμιότυπα της νεκρώσιμης τελετής, αλλά προσεκτικά σκηνοθετημένα πορτραίτα. Οι νεκροί στηρίζονταν με ειδικούς μηχανισμούς, όπως μεταλλικά στηρίγματα, για να φαίνονται όρθιοι ή καθιστοί. Τα μάτια τους πολλές φορές ήταν ζωγραφισμένα πάνω στα κλειστά βλέφαρα ή προστίθονταν αργότερα με ζωγραφική ή φωτογραφική παρέμβαση. Τα μαλλιά χτενίζονταν, τα ρούχα ήταν τα καλά τους, και συχνά στήνονταν δίπλα στους ζωντανούς συγγενείς, σαν να συμμετείχαν απλώς σε μια οικογενειακή φωτογράφιση. Σε κάποιες περιπτώσεις, δεν ήταν εύκολο να ξεχωρίσει κανείς ποιος ήταν ζωντανός και ποιος όχι.
Το φαινόμενο γνώρισε ακμή από τη δεκαετία του 1840 ως και τις αρχές του 20ού αιώνα. Η φωτογραφία ήταν τότε μια νέα τεχνολογία, ακριβή και δύσκολη. Οι περισσότερες οικογένειες δεν μπορούσαν να πληρώνουν φωτογράφους σε τακτική βάση. Έτσι, για πολλούς ανθρώπους της εργατικής τάξης, η φωτογραφία του θανάτου ήταν η μοναδική φωτογραφία που θα αποκτούσαν ποτέ. Δεν υπήρχε ακόμα το άλμπουμ της οικογένειας με καλοκαιρινές διακοπές ή σχολικές γιορτές. Υπήρχε μόνο η φωτογραφία που θα έμενε πάνω στο τζάκι για δεκαετίες: εκείνη με τον χαμένο.
Το έθιμο αυτό είχε βαθιά ρίζα σε μια κουλτούρα που δεν απωθούσε τον θάνατο, αλλά τον αντιμετώπιζε κατάματα. Η βικτωριανή κοινωνία δεν έκρυβε το τέλος της ζωής· το τελετουργούσε. Ο θάνατος ήταν μέρος του σπιτιού, της καθημερινότητας, της τέχνης, της λογοτεχνίας. Οι γυναίκες συχνά προετοίμαζαν οι ίδιες τους νεκρούς τους, και το πένθος ήταν δομημένο σε στάδια, με συγκεκριμένα χρώματα, ενδυματολογικούς κώδικες και χρονικά πλαίσια. Η φωτογράφιση του νεκρού ήταν συνέχεια αυτής της διαδικασίας: ένα τελικό «αντίο» που ταυτόχρονα έλεγε «σε κρατώ μαζί μου».
Με τον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας και την αλλαγή στη σχέση μας με τον θάνατο, το έθιμο άρχισε να φθίνει. Οι φωτογραφίες post-mortem θεωρήθηκαν παράξενες, αποκρουστικές ή παλιομοδίτικες. Οι επόμενες γενιές τις έκρυβαν σε συρτάρια ή τις ξεχώριζαν με δυσφορία. Όμως σήμερα, αυτές οι εικόνες αντιμετωπίζονται ξανά με άλλο μάτι: ως ιστορικά τεκμήρια μιας κουλτούρας πένθους που δεν απέκρυπτε τον πόνο, αλλά τον φωτογράφιζε.
Συλλέκτες και ιστορικοί αναζητούν αυτές τις φωτογραφίες σε παλαιοπωλεία, αρχεία και ψηφιακά αρχεία. Κάθε μία τους είναι μια αφηγήτρια. Μας λέει για το παιδί που πέθανε πριν προλάβει να μιλήσει. Για την κόρη που έφυγε στα δεκαεπτά από φυματίωση. Για τη μάνα που έμεινε με το βλέμμα στραμμένο στη φωτογραφική πλάκα, κρατώντας στην αγκαλιά της το νεκρό μωρό της. Είναι εικόνες που ανατριχιάζουν, όχι από τρόμο, αλλά από το βάρος της αγάπης που έκρυβαν πίσω από τον φακό.