Τον προκάλεσε με κόλπο για να τον ξεφτιλίσει. Ο Μπετόβεν γύρισε την παρτιτούρα ανάποδα και τον ισοπέδωσε
Ο Μπετόβεν προκλήθηκε με κόλπο για να ντροπιαστεί. Αντί να εκνευριστεί, γύρισε την παρτιτούρα ανάποδα και αυτοσχεδίασε.
Ο Μπετόβεν δεν ήταν μόνο ιδιοφυΐα, ήταν και πεισματάρης. Δεν άφηνε τίποτα να πέσει κάτω. Κι όταν ο Γάλλος πιανίστας Ντάνιελ Στάιμπελτ προσπάθησε να τον ντροπιάσει δημόσια μπροστά στους μεγάλους της εποχής, ο Λούντβιχ δεν εκνευρίστηκε. Δεν του φώναξε. Δεν μίλησε. Απλώς κάθισε στο πιάνο και έκανε κάτι που έμεινε στην ιστορία.
Ήταν μια εποχή που οι μουσικές μονομαχίες ήταν το αγαπημένο θέαμα της αριστοκρατίας. Έμπαιναν οι συνθέτες στις αίθουσες σαν μονομάχοι, χωρίς παρτιτούρες, αυτοσχεδίαζαν με θέματα που έδιναν επί τόπου οι παρευρισκόμενοι ή οι ίδιοι οι αντίπαλοι. Ο Στάιμπελτ, επιτυχημένος στην εποχή του, ήξερε ότι δεν μπορούσε να νικήσει τον Μπετόβεν με καθαρή τεχνική. Οπότε έφερε μαζί του ένα δικό του κομμάτι για πιάνο και βιολοντσέλο και το άφησε στο πιάνο με τέτοιο τρόπο ώστε να εκνευρίσει τον αντίπαλό του.
Ο Μπετόβεν δεν μίλησε. Πήρε το χαρτί, το γύρισε ανάποδα και χωρίς δεύτερη σκέψη το έπαιξε από την ανάποδη – κυριολεκτικά. Το ανέγνωσε αντίστροφα. Και πάνω σ’ αυτό το ανάποδο θέμα, αυτοσχεδίασε για μισή ώρα. Θρύλοι λένε πως όση ώρα έπαιζε, ο Στάιμπελτ αποχώρησε από την αίθουσα και ορκίστηκε να μην τον αντιμετωπίσει ποτέ ξανά. Δεν τον πλησίασε ποτέ μέχρι τον θάνατό του.
Η μουσική, εκείνη τη μέρα, έπαψε να είναι απλώς τέχνη. Έγινε όπλο. Κι ο Μπετόβεν την έστρεψε εναντίον της αλαζονείας και της έπαρσης. Όχι με οργή. Αλλά με τα πλήκτρα. Και η σιωπή που ακολούθησε, έλεγε περισσότερα απ’ ό,τι όλες οι παρτιτούρες μαζί.