Τι έγραφαν οι ελληνικές εφημερίδες για το ναυάγιο του Τιτανικού, το διαμάντι και τους μουσικούς που έπαιζαν μέχρι το τέλος
Οι ελληνικές εφημερίδες κατέγραψαν το ναυάγιο του Τιτανικού σαν ένα ζωντανό δράμα, γεμάτο τηλεγραφήματα, ηρωισμούς, μύθους και λεπτομέρειες που πέρασαν γρήγορα από την είδηση στον θρύλο.
Η είδηση του Τιτανικού έφτασε στην Ελλάδα κομμάτι κομμάτι, μέσα από τηλεγραφήματα, λάθη, διορθώσεις και φήμες που άλλαζαν από φύλλο σε φύλλο.
Οι ελληνικές εφημερίδες δεν κατέγραψαν μόνο το ναυάγιο, αλλά έστησαν ένα μεγάλο δράμα με αγωνία, ηρωισμούς, τελευταίες στιγμές και έντονη συναισθηματική φόρτιση.
Οι μουσικοί, ο ασύρματος, το διαμάντι και οι ιστορίες γύρω από τα θύματα και τους επιζώντες δείχνουν πώς γεννήθηκε πολύ γρήγορα ο μύθος του Τιτανικού και στα ελληνικά φύλλα.
Πώς έφτασε η είδηση του Τιτανικού στην Ελλάδα
Το πιο ενδιαφέρον στα ελληνικά δημοσιεύματα για τον Τιτανικό δεν είναι μόνο τι έλεγαν, αλλά ο τρόπος που το έλεγαν. Αν βάλει κανείς δίπλα δίπλα τη Σκριπ, τον Χρόνο, την Αθήναι, το Εμπρός και τους Καιρούς, βλέπει να ξετυλίγεται ένα μεγάλο δράμα. Η είδηση δεν έφτασε στην Ελλάδα σαν κάτι πλήρες και ξεκάθαρο από την πρώτη στιγμή. Ήρθε σε κομμάτια. Με τηλεγραφήματα, λάθη, διορθώσεις, φήμες, νέες πληροφορίες και ιστορίες που άλλαζαν από τη μια μέρα στην άλλη. Αυτό είναι και το κλίμα της εποχής. Ο αναγνώστης δεν μαθαίνει απλώς τι έγινε στον Ατλαντικό. Το παρακολουθεί όσο συμβαίνει.
Στα πρώτα φύλλα κυριαρχεί η αγωνία. Οι εφημερίδες γράφουν για σύγκρουση με παγόβουνο, για σήματα κινδύνου, για πλοία που σπεύδουν στο σημείο και προσπαθούν να καταλάβουν αν ο Τιτανικός μένει ακόμη στην επιφάνεια ή έχει ήδη χαθεί. Η Καρπάθια, ο Ολύμπικ, το Βαλτικό, η Βιργινιάν και άλλα πλοία εμφανίζονται συνέχεια στα κείμενα. Οι αποστάσεις αλλάζουν, οι πληροφορίες διορθώνονται, η ελπίδα ανεβαίνει και μετά πέφτει. Εκεί φαίνεται κάτι πολύ αληθινό. Οι πρώτες ώρες μιας μεγάλης καταστροφής είναι σχεδόν πάντα θολές.
Μέσα σε αυτή τη σύγχυση περνά και ένα ακόμη μοτίβο. Ο Τιτανικός παρουσιάζεται σαν πλοίο που πολλοί πίστευαν ότι δεν βυθιζόταν. Αυτό γυρίζει ξανά και ξανά σε διάφορα φύλλα. Η εικόνα του γιγάντιου και σχεδόν άτρωτου υπερωκεάνιου ήταν ήδη δυνατή. Γι αυτό και η καταστροφή έμοιαζε ακόμη πιο αδιανόητη. Οι εφημερίδες δεν καταγράφουν μόνο το σοκ από το ναυάγιο. Καταγράφουν και το σοκ από τη διάψευση. Το πλοίο που παρουσιαζόταν σαν κορυφή της προόδου χάθηκε στο πρώτο του ταξίδι.
Το δράμα, οι ήρωες και οι τελευταίες στιγμές
Από εκεί και πέρα οι τίτλοι βαραίνουν. Η Σκριπ γράφει για τρομερό ναυάγιο και τραγικότατες λεπτομέρειες. Ο Χρόνος γεμίζει τις σελίδες του με καταπληκτικές λεπτομέρειες, φρικιαστικές σκηνές και αφηγήσεις διασωθέντων. Η Αθήναι γράφει για το ναυάγιο του Τιτανικού και για το πώς έγινε η καταστροφή. Το Εμπρός στέκεται πιο πολύ στο ανθρώπινο κομμάτι, στον ηρωισμό, στη σιωπή, στην τελευταία ώρα. Οι εφημερίδες της εποχής δεν ήθελαν μόνο να ενημερώσουν. Ήθελαν να φτιάξουν εικόνα.
Αυτή η εικόνα πατά πάνω σε μερικούς βασικούς άξονες. Ο πρώτος είναι οι τελευταίες στιγμές πάνω στο πλοίο. Οι ελληνικές εφημερίδες γράφουν ξανά και ξανά για γυναίκες και παιδιά που μπαίνουν πρώτα στις λέμβους, για άνδρες που μένουν πίσω, για επιβάτες που περιμένουν, για φωνές, για αποχαιρετισμούς, για το παγωμένο σκοτάδι. Δεν υπάρχει μόνο πληροφορία. Υπάρχει και μια ματιά που ψάχνει ποιος στάθηκε όρθιος, ποιος δεν λύγισε, ποιος κράτησε την τάξη και ποιος τιμήθηκε την ώρα του θανάτου.

Από τα πρόσωπα που ξεχωρίζουν στα ελληνικά δημοσιεύματα είναι οι τηλεγραφητές. Στον Χρόνο και αλλού, ο ασύρματος μοιάζει σχεδόν με τον τελευταίο παλμό ζωής του πλοίου. Οι εφημερίδες επιμένουν ότι τα σήματα κινδύνου έφευγαν μέχρι το τέλος, ότι ο ασύρματος ζητούσε βοήθεια ενώ όλα χάνονταν και ότι χάρη σε αυτά τα μηνύματα κινήθηκαν τα πλοία της διάσωσης. Ο τηλεγραφητής δεν παρουσιάζεται σαν ένας απλός υπάλληλος. Παρουσιάζεται σαν άνθρωπος που μένει στη θέση του ενώ το πλοίο τελειώνει. Αυτό λέει πολλά και για την εποχή. Η νέα τεχνολογία είχε τότε μεγάλο βάρος. Ο ασύρματος έμοιαζε να νικά την απόσταση, και μέσα στην καταστροφή αυτή η εικόνα γινόταν ακόμη πιο δυνατή.
Το ίδιο ισχυρή είναι και η ιστορία με τους μουσικούς. Το Εμπρός δίνει μεγάλο βάρος σε αυτή τη λεπτομέρεια. Οι μουσικοί του Τιτανικού παρουσιάζονται να συνεχίζουν να παίζουν όσο το πλοίο βυθίζεται. Όχι για θέαμα, αλλά για να κρατήσουν όσο γίνεται τον πανικό χαμηλά. Να μη μείνει μόνο ο τρόμος. Στα ελληνικά φύλλα αυτή η εικόνα πιάνει αμέσως. Και όχι άδικα. Έχει μέσα της τάξη, θάρρος, αυτοκυριαρχία και θυσία. Ακριβώς ό,τι ταίριαζε σε μια μεγάλη τραγωδία έτσι όπως τη διάβαζε τότε ο Τύπος.
Οι μουσικοί περνούν πολύ γρήγορα από την είδηση στον μύθο. Δεν έχει τόση σημασία αν κάθε μικρή λεπτομέρεια μπορούσε εκείνη τη στιγμή να ελεγχθεί απόλυτα. Αυτό που μετρά είναι ότι οι ελληνικές εφημερίδες αγκάλιασαν αυτή την ιστορία, γιατί ταίριαζε τέλεια στο ηθικό και συναισθηματικό πλαίσιο του ναυαγίου. Το πλοίο χάνεται, οι λέμβοι φεύγουν, ο κόσμος παγώνει και κάπου εκεί η μουσική συνεχίζει. Είναι μια εικόνα που μένει.
Οι θρύλοι, το διαμάντι και τα πρόσωπα της τραγωδίας
Δίπλα στους μουσικούς υπάρχει ένας δεύτερος μεγάλος μύθος. Το διαμάντι. Στα αποκόμματα του Χρόνου και σε άλλα κείμενα εμφανίζεται η ιστορία του πολύτιμου λίθου, του περίφημου κυανού αδάμαντα, που υποτίθεται ότι βρισκόταν πάνω στο πλοίο και κουβαλούσε μια παλιά κατάρα. Εδώ οι ελληνικές εφημερίδες αλλάζουν τόνο. Από το καθαρό ρεπορτάζ περνούν πιο πολύ στο σχόλιο, στην αφήγηση, άλλοτε με λίγη ειρωνεία και άλλοτε με φανερή γοητεία. Δεν γράφουν όλες με τον ίδιο τρόπο. Άλλες μοιάζουν να απολαμβάνουν τη σκοτεινή ιστορία, άλλες κρατούν κάποια απόσταση, άλλες σατιρίζουν τη δίψα του κοινού για τέτοιους θρύλους. Όλες όμως καταλαβαίνουν ότι μια τέτοια λεπτομέρεια δίνει άλλη λάμψη στο ναυάγιο.

Το διαμάντι μπαίνει στα ελληνικά φύλλα σαν κάτι παραπάνω από κόσμημα. Δείχνει ότι γύρω από τον Τιτανικό άρχισε αμέσως να χτίζεται ένας ολόκληρος κόσμος από ιστορίες. Ιστορίες για κατάρες, για θησαυρούς, για μοιραία αντικείμενα, για συμπτώσεις που μοιάζουν ύποπτες. Εκεί φαίνεται και η διαφορά ανάμεσα στις εφημερίδες. Άλλο φύλλο σπρώχνει τον μύθο, άλλο τον σχολιάζει, άλλο σχεδόν τον κοροϊδεύει. Κανένα όμως δεν τον αγνοεί. Όλοι καταλαβαίνουν ότι ο αναγνώστης δεν θέλει μόνο αριθμούς νεκρών. Θέλει και το παράξενο, το σκοτεινό, το σχεδόν μεταφυσικό.
Το ίδιο γίνεται και με άλλες μικρές ιστορίες που επιστρέφουν στα δημοσιεύματα. Ο πλοίαρχος Έντουαρντ Σμιθ παρουσιάζεται ως κεντρικό πρόσωπο της τραγωδίας. Άλλοτε ως έμπειρος κυβερνήτης που έμεινε στη θέση του μέχρι τέλους, άλλοτε ως άνθρωπος που σφραγίζει με τον θάνατό του τη μεγαλύτερη καταστροφή της καριέρας του. Στις φωτογραφίες και στα σκίτσα της εποχής το πρόσωπό του αποκτά σχεδόν συμβολικό βάρος. Γίνεται η ανθρώπινη μορφή του πλοίου που χάθηκε.
Δίπλα του, οι εφημερίδες γεμίζουν τις σελίδες με θύματα και επιζώντες. Ο Άστορ εμφανίζεται συχνά, μαζί με άλλες γνωστές μορφές της πρώτης θέσης. Οι σελίδες δεν δείχνουν μόνο ποιοι χάθηκαν. Δείχνουν και πόσο εντύπωση έκανε στην ελληνική κοινή γνώμη ότι μέσα στο ίδιο πλοίο βρέθηκαν μαζί βαθύπλουτοι, αξιωματικοί, εργάτες, γυναίκες, παιδιά, μετανάστες και μέλη του πληρώματος. Ο Τιτανικός παρουσιάζεται και σαν μια μικρογραφία ολόκληρης κοινωνίας που βούλιαξε μαζί.
Το πλοίο ως σύμβολο και η ματιά του ελληνικού Τύπου
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη. Οι ελληνικές εφημερίδες δεν μένουν μόνο στα πρόσωπα. Στέκονται πολύ και στο ίδιο το πλοίο. Περιγράφουν τις αίθουσες, τα πολυτελή διαμερίσματα, τα λουτρά, τους διαδρόμους, την τραπεζαρία, τα αντικείμενα, το φορτίο, τις προμήθειες, ακόμη και το κόστος ορισμένων πραγμάτων που είχε μέσα του. Σε ένα δημοσίευμα απαριθμούνται κρέατα, αυγά, πατάτες, κρασιά και είδη πολυτελείας. Σε άλλα γίνεται λόγος για αδαμάντες, για πολύτιμο φορτίο, για ασφάλειες τεράστιας αξίας. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Οι εφημερίδες θέλουν να δείξουν το μέγεθος της απώλειας όχι μόνο σε ανθρώπους αλλά και σε πλούτο. Ο Τιτανικός εμφανίζεται σαν παλάτι που βυθίστηκε ολόκληρο στον ωκεανό.
Εκεί βρίσκεται και ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του ελληνικού Τύπου εκείνων των ημερών. Η καταστροφή μεταφέρεται πάντα σε δύο επίπεδα μαζί. Από τη μία υπάρχει ο ανθρώπινος πόνος. Από την άλλη το δέος για το μέγεθος. Το τεράστιο πλοίο. Η αδιανόητη πολυτέλεια. Τα εκατομμύρια που χάθηκαν. Οι αίθουσες που λίγες ώρες πριν έλαμπαν και μετά βρέθηκαν στον βυθό. Οι εφημερίδες θέλουν ο αναγνώστης να δει και το δράμα και το θέαμα.

Ο Χρόνος ειδικά μοιάζει να απολαμβάνει αυτή τη μεγάλη σκηνή. Δίνει πολλές λεπτομέρειες, πολλές μικρές ιστορίες, πολλές αφηγήσεις επιβατών και πολλά παράλληλα θέματα γύρω από το ίδιο γεγονός. Τη μια μέρα στέκεται στις φρικτές λεπτομέρειες. Την άλλη στη μουσική. Την άλλη στον τηλεγραφητή. Μετά στις τιμές των θέσεων, στους αριθμούς των επιβατών, στις ασφάλειες, στα πολύτιμα αντικείμενα. Το ναυάγιο γίνεται σχεδόν καθημερινό σίριαλ. Κάθε φύλλο προσθέτει άλλο ένα κομμάτι.
Η Σκριπ δείχνει πολύ καθαρά το πρώτο στάδιο της είδησης. Τον τρόμο, τη βιασύνη, τον τρόπο που γράφτηκαν οι πρώτες λεπτομέρειες πριν σταθεροποιηθεί η εικόνα. Η Αθήναι μοιάζει να πατά πιο πολύ και στο δράμα και στο σχόλιο. Δεν διστάζει να περάσει από την περιγραφή στην ειρωνεία, όπως φαίνεται και σε κείμενα που σαρκάζουν τον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι διαβάζουν τέτοιες τραγωδίες σχεδόν σαν θέαμα. Το Εμπρός έχει πιο έντονη κλίση στην ατμόσφαιρα, σε στιγμές όπως η σιωπή, ο ηρωισμός, το βλέμμα πάνω στους ανθρώπους. Οι Καιροί κρατούν επίσης χώρο για εικόνες και εντυπώσεις γύρω από το πλοίο και την πολυτέλειά του. Όταν τα δεις όλα μαζί, δεν υπάρχει μία αφήγηση. Υπάρχουν πολλές διαφορετικές ελληνικές ματιές πάνω στο ίδιο παγκόσμιο σοκ.
Αυτό που τις ενώνει είναι η προσπάθεια να δοθεί νόημα στην καταστροφή. Δεν αρκεί να γραφτεί ότι το πλοίο χτύπησε σε παγόβουνο και βυθίστηκε. Οι εφημερίδες ψάχνουν κάτι παραπάνω. Ψάχνουν τους ήρωες, τους άτυχους, τους πλούσιους που χάθηκαν, τις γυναίκες που σώθηκαν, τους άνδρες που έμειναν πίσω, τη μουσική που συνέχισε, το διαμάντι που κουβαλούσε κατάρα, τον ασύρματο που πάλευε μέχρι το τέλος. Έτσι το ναυάγιο γίνεται ένα σύνολο από πρόσωπα και εικόνες που μπορούν να συγκινήσουν, να τρομάξουν και να μείνουν.

Γι αυτό και πολλά από όσα διαβάζουμε στα ελληνικά φύλλα εκείνων των ημερών δεν είναι απλώς ειδήσεις. Είναι η γέννηση του θρύλου του Τιτανικού στα ελληνικά. Εκεί χτίζεται η εικόνα που έμεινε για δεκαετίες. Όχι μόνο το πλοίο που βούλιαξε, αλλά το πλοίο που έπαιζε μουσική ενώ χανόταν. Το πλοίο με το διαμάντι. Το πλοίο των βαθύπλουτων. Το πλοίο των τελευταίων σημάτων κινδύνου. Το πλοίο των μεγάλων κυριών, των αξιωματικών, των παιδιών, των αντρών που περίμεναν τη σειρά τους μπροστά στις λέμβους.
Αν κάτι βγαίνει καθαρά από όλα αυτά τα αποκόμματα, είναι ότι ο ελληνικός Τύπος δεν είδε τον Τιτανικό σαν μια μακρινή είδηση του εξωτερικού. Τον είδε σαν παγκόσμιο δράμα που άξιζε πρωτοσέλιδα, εικόνες, σχόλια, χρονογραφήματα και συνέχειες. Και μαζί με την είδηση μετέφερε και κάτι ακόμη. Τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία των αρχών του 20ού αιώνα έβλεπε την πρόοδο, τον κίνδυνο, τον ηρωισμό, την ταξική λάμψη και τη μοίρα. Γι αυτό και σήμερα αυτά τα δημοσιεύματα διαβάζονται όχι μόνο ως υλικό για το ναυάγιο, αλλά και σαν καθρέφτης της ίδιας της εποχής.
Ο Τιτανικός βυθίστηκε στον Ατλαντικό και γαι μέρες μετά η Ελλάδα μάθαινε για αυτο με έναν ιδιαίτερο τρόπο, τον τρόπο της τότε εποχής, χωρίς έκτακτα δελτία, χωρίς τηλεόραση, χωρίς Social Media. Με το σταγονόμετρο λίγο λίγο ερχόντουσαν οι πληφορίες που σημερα ξέρουμε όλοι. Εχει εδνιαφέρον πώς ένιωσε τότε μια μακρινή χώρα όταν έμαθε ότι χάθηκε το πιο διάσημο πλοίο του κόσμου.
Το sportime έχει παρουσιάσει πολλές ενδιαφέρουσες άγνωστες ιστορίες για τον Τιτανικός. Για παράδειγμα, υπάρχει μια θεωρία που λέει οτι ο Τιτανικός στο βυθό δεν είναι ο Τιτανικός. Μια άλλη ιστορία αναφέρει για φώτα που είδαν επιβάτες απο άλλο πλοίο. Ενα απο τα πιο ενδιαφέροντας στοιχεία του ρεπορτάζ τότε ήταν οτι οι επιβάτες έλεγαν πως το πλοίο έσπασε στη μέση αλλά κανείς δεν τους πίστευε, επιβεβαιώθηκαν πολλά χρόνια μετά. Απο τις πιο συγκινητικές όμως ιστορίες είναι αυτή για τη ζάμπλουτη γυναίκα που έδωσε τη θέση της στην υπηρέτριά της για να σωθεί.
