Ένα από τα καλύτερα ελληνικά τραγούδια όλων των εποχών, έχει και λίγο από άλλο τραγούδι
Το τραγούδι «Αγάπη που 'γινες δίκοπο μαχαίρι» δεν είναι μόνο μια μελωδία· είναι μια ιστορία γεμάτη συγκρούσεις, δικαστικές διαμάχες και δημιουργική συνεργασία
Αν κάποιος προσπαθούσε να συμπυκνώσει όλο το πάθος, την απόγνωση και τον λυρισμό του ελληνικού τραγουδιού σε τρία μόλις λεπτά, τότε μάλλον θα κατέληγε στο «Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι». Γεννημένο μέσα από το φως των προβολέων και τις σκιές του ρεμπέτικου, το τραγούδι αυτό δεν είναι απλώς ένα μελωδικό αριστούργημα· είναι μια αφήγηση διασταυρούμενων ιστοριών, δημιουργικών ανταγωνισμών και αμφιλεγόμενων δικαιωμάτων, που ξεπερνά το ίδιο του το περιεχόμενο.
Σήμερα, το ακούμε σαν κλασικό κομμάτι του ελληνικού μουσικού πολιτισμού. Πίσω όμως από αυτή την αρμονία, κρύβεται μια σχεδόν μυθιστορηματική ιστορία.
Το τραγούδι γράφτηκε το 1955 για την ταινία «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη, με πρωταγωνίστρια την καθηλωτική Μελίνα Μερκούρη. Οι στίχοι είναι του ίδιου του σκηνοθέτη και η μουσική του Μάνου Χατζιδάκι. Μόνο που η μουσική, ή τουλάχιστον τα πρώτα μέτρα της, δεν ήταν εντελώς δική του. Εκεί ξεκινά μια αλυσίδα γεγονότων που θα απασχολούσε για δεκαετίες τους μουσικούς και τους μελετητές του λαϊκού τραγουδιού.
Ο Χατζιδάκις είχε ζητήσει από τον Βασίλη Τσιτσάνη να του δώσει μια παλιά μελωδία για να χτίσει πάνω της. Ο Τσιτσάνης του έδωσε το μοτίβο από τον «Τρελό Τσιγγάνο», ένα τραγούδι που είχε ηχογραφηθεί το 1947 με την Ιωάννα Γεωργακοπούλου και τον Στελάκη Περπινιάδη.
Η μελωδία αυτή, που αρχικά θεωρήθηκε δευτερεύουσα και χωρίς εμπορική προοπτική, μεταμορφώθηκε στα χέρια του Χατζιδάκι σε έναν θρήνο ερωτικού μαρτυρίου. Ο ίδιος ο Τσιτσάνης είχε “χαρίσει” τον «Τρελό Τσιγγάνο» στην Ιωάννα Γεωργακοπούλου, ενδεχομένως χωρίς μεγάλη εμπιστοσύνη στην αξία του κομματιού.
Όταν όμως το μοτίβο αυτό βρήκε νέα ζωή μέσα στο «Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι», η εμπορική του επιτυχία και η καλλιτεχνική του δύναμη ήρθαν να ανατρέψουν τα πάντα. Η Γεωργακοπούλου, βλέποντας την επιτυχία της μελωδίας χωρίς τη συγκατάθεσή της, κινήθηκε νομικά και κατάφερε τελικά να εξασφαλίσει τμήμα των πνευματικών δικαιωμάτων.
Η διαμάχη αυτή για την πατρότητα της μουσικής δεν περιορίστηκε στα δικαστήρια. Επεκτάθηκε και στη δημόσια σφαίρα, με διαφορετικές αφηγήσεις να διατυπώνονται από εμπλεκόμενους και παρατηρητές. Ο Ηλίας Πετρόπουλος, βαθύς γνώστης του ρεμπέτικου, ανέφερε ότι το τραγούδι ήταν καθαρά του Τσιτσάνη, ενώ αργότερα ο Χατζιδάκις φάνηκε να το αποδέχεται ως δικό του.
Ο ίδιος ο Τσιτσάνης, σε συνέντευξή του στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, υποστήριξε ότι το τραγούδι δεν ήταν δικό του, αν και η μελωδία του ανήκε. Ο Χατζιδάκις, από την άλλη, το ενέταξε στο δικό του δημιουργικό σύμπαν, αφήνοντας διακριτικά να εννοηθεί πως η τελική μορφή του ήταν αποκλειστικά δικό του δημιούργημα.
Το τραγούδι έγινε αμέσως επιτυχία. Η Μελίνα Μερκούρη το ερμήνευσε συγκλονιστικά μέσα στην ταινία «Στέλλα», χαρίζοντας του μια οπτικοακουστική αύρα που παραμένει ανεξίτηλη. Παρόλο που η πρώτη δισκογραφική έκδοση έγινε με τη φωνή της Ζωζώς Σαπουντζάκη, ήταν η κινηματογραφική ερμηνεία της Μερκούρη που καθιέρωσε το τραγούδι ως διαχρονικό.
Ακολούθησαν πολλές ακόμα εκτελέσεις, με χαρακτηριστική εκείνη της Μαρίκας Νίνου, η οποία λέγεται πως υπέφερε από αφόρητους πόνους κατά την ηχογράφηση. Κάθε εκδοχή, όμως, κουβαλούσε το ίδιο βάρος: τη μοναδική μελωδία και τη δραματική ερμηνεία ενός έρωτα που πονάει.
Το «Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι» δεν είναι απλώς ένα τραγούδι· είναι ένα κομμάτι της συλλογικής ελληνικής μνήμης. Ψηφίστηκε το 1999 ως το δεύτερο καλύτερο ελληνικό τραγούδι του 20ού αιώνα σε έρευνα του περιοδικού «Δίφωνο». Είναι το σημείο όπου ο ρομαντισμός του Χατζιδάκι συναντά τον πόνο του ρεμπέτικου, όπου η κινηματογραφική τέχνη τέμνεται με τη μουσική δημιουργία και όπου η κουλτούρα της εποχής αποτυπώνεται με την πιο αιχμηρή μελωδική γραμμή.
Κάθε φορά που ακούγεται, δεν ακούγεται απλώς ένα τραγούδι. Ξαναζωντανεύουν στιγμές, καλλιτέχνες, έρωτες, συγκρούσεις και παραχωρήσεις. Το τραγούδι αυτό έγινε διαχρονικό όχι γιατί απλώς είναι ωραίο, αλλά γιατί γεννήθηκε μέσα από συγκρούσεις και συνθέσεις, μέσα από τη συνεργασία και τη διεκδίκηση, μέσα από μια εποχή που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στο παλιό και στο νέο, στη λαϊκή κουλτούρα και στην υψηλή τέχνη. Κι αν σήμερα λέμε ότι είναι ένα από τα καλύτερα ελληνικά τραγούδια όλων των εποχών, ίσως αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι κουβαλάει μέσα του… και κάτι από ένα άλλο τραγούδι.