Γιατί οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν καρέκλες με πλάτη και καθόντουσαν σε πέτρες
Οι αρχαίοι Έλληνες σπάνια κάθονταν σε καρέκλες με πλάτη.
Αν κάποιος από εμάς γυρνούσε πίσω στο χρόνο και έβρισκε τον εαυτό του σε ένα συμπόσιο της αρχαίας Αθήνας, πιθανότατα το πρώτο πράγμα που θα τον ξένιζε δεν θα ήταν οι χλαμύδες, οι δούλοι ή οι προσευχές στον Διόνυσο. Θα ήταν το γεγονός ότι δεν υπήρχαν καρέκλες. Όχι τουλάχιστον όπως τις εννοούμε εμείς σήμερα. Ολόκληροι στοχασμοί, φιλοσοφίες και δημόσιοι λόγοι δίνονταν καθισμένοι σε σκαμνιά χωρίς πλάτη ή ακόμα και πάνω σε απλές πέτρες. Ο Περικλής, ο Σωκράτης και ο Αριστοτέλης δεν έγερναν ποτέ πίσω για να ξεκουραστούν. Δεν είχαν πού.
Η ιδέα της καρέκλας με πλάτη θεωρούνταν, τουλάχιστον στην κλασική Ελλάδα, είδος πολυτέλειας – και συχνά δείγμα θηλυπρέπειας ή βασιλικής επιτήδευσης. Ο μέσος πολίτης, ακόμα κι αν ήταν αριστοκράτης, καθόταν στον «δίφρο» – ένα χαμηλό, φορητό σκαμνί χωρίς πλάτη, που εξυπηρετούσε στη μετακίνηση αλλά δεν πρόσφερε καμία στήριξη. Στο σπίτι, το ίδιο. Στην αγορά, το ίδιο. Στον ναό, το ίδιο. Στο θέατρο; Αν ήσουν τυχερός, θα έβρισκες μια πέτρινη εσοχή σμιλεμένη στη σειρά των θεατών. Αλλιώς, θα καθόσουν στο χώμα. Αν ήσουν πλούσιος, θα είχες «θρόνο» – μια θέση με πλάτη και μπράτσα – αλλά τότε μάλλον θα ήσουν ιερέας ή βασιλιάς. Όχι απλός άνθρωπος. Η πλάτη δεν ήταν για όλους.
Η αντίληψη του καθίσματος χωρίς στήριγμα είχε και φιλοσοφικό υπόβαθρο. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι το σώμα πρέπει να διατηρεί την ευστάθειά του από μόνο του. Ότι το να κάθεσαι υποστηριζόμενος από ένα ξύλινο έπιπλο σε κάνει αδύναμο. Ενίσχυαν την ευθυκρισία, τη ρώμη, τη συμμετρία. Ήθελαν ο πολίτης να κάθεται με σταθερή πλάτη γιατί έτσι καθόταν και στο δημόσιο βήμα, έτσι στεκόταν και στο πεδίο της μάχης. Ένα σώμα που στηρίζεται μόνο του, σκέφτεται καθαρότερα – πίστευαν.
Ακόμα και στα συμπόσια, οι άντρες δεν κάθονταν σε καρέκλες. Ξάπλωναν στα πλευρά τους, σε ανάκλιντρα χωρίς πλάτη, σε στάση τελετουργική, ανοιχτή, που εξυπηρετούσε το φαγητό, την κουβέντα και την ονειροπόληση. Οι γυναίκες, όταν επιτρεπόταν η παρουσία τους, καθόντουσαν σε απλούς δίφρους. Στο σπίτι, μαγείρευαν καθισμένες σε πέτρες. Οι τεχνίτες κάθονταν σε χαμηλά σκαμνιά. Οι θεοί; Αυτοί είχαν θρόνους. Αλλά αυτό ήταν άλλου είδους καθισιό. Ήταν συμβολικό. Στεφάνωνε τη θεϊκή σταθερότητα.
Ο μόνος χώρος όπου έβρισκε κανείς μαζικά καθίσματα με πλάτη ήταν το θέατρο. Όχι όμως από άνεση, αλλά από ανάγκη. Οι πέτρινες έδρες του Διονύσου δεν ήταν για αναπαυτικό κάθισμα αλλά για να χωρέσουν πολλούς και να διατηρηθεί η τάξη στο κοινό. Όσοι είχαν θέση με πλάτη εκεί, συνήθως ήταν ιερείς, άρχοντες ή τιμώμενοι. Οι υπόλοιποι στρογγυλοκαθόντουσαν σε απλά καθίσματα ή έφερναν μαζί τους μαξιλάρια.
Κι όμως, αυτή η απουσία της πλάτης, της άνεσης, της αναπαυτικότητας, δεν έγινε ποτέ αντικείμενο παραπόνου. Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία αρχαίου που να αναστενάζει επειδή… δεν υπήρχε πολυθρόνα. Γιατί το σώμα ζούσε στον κόσμο όπως κι ο νους – σε συνεχή εγρήγορση. Το καθισιό δεν ήταν ανάπαυση αλλά στάση ζωής.