Οι Έλληνες αγωνιστές που έτρωγαν σκυλιά, γάτες και ποντίκια για να μην πεθάνουν από την πείνα
Όταν δεν έμεινε τίποτα άλλο, έφαγαν σκυλιά, γάτες και ποντίκια.
Μέσα στα τείχη του Μεσολογγίου, τον χειμώνα του 1826, δεν υπήρχε πια τίποτα. Ούτε ψωμί, ούτε λάδι, ούτε νερό. Οι αποθήκες είχαν αδειάσει, ο ανεφοδιασμός είχε διακοπεί, και οι άνθρωποι έβλεπαν κάθε νέα μέρα σαν θαύμα. Κάποια στιγμή δεν υπήρχε κανένα ζωντανό πλάσμα που να μη θεωρείται πιθανό φαγητό. Ο αγώνας για ελευθερία μετατράπηκε σε αγώνα για επιβίωση.
Σκυλιά, γάτες, ποντίκια. Οι άνθρωποι που υπερασπίζονταν την πόλη έφτασαν να κυνηγούν τα πάντα. Όχι από απελπισία μόνο, αλλά από ένστικτο. Ό,τι κινείτο, μπορούσε να ψηθεί. Δεν ήταν πια αγωνιστές με τιμημένες στολές και επικές φωνές. Ήταν άνθρωποι πεινασμένοι, απογυμνωμένοι, τσακισμένοι, που αρνούνταν να πεθάνουν με τα χέρια σταυρωμένα.
Παιδιά που έτρωγαν βρασμένες σόλες. Γυναίκες που μοίραζαν το τελευταίο φύλλο λάχανου σε τρεις. Μαχητές που βουτούσαν μέσα στη λάσπη για να πιάσουν έναν αρουραίο. Οι εικόνες του λιμού δεν σώθηκαν σε πίνακες – αλλά γράφτηκαν στα σώματα εκείνων που επιβίωσαν. Κανείς δεν έμεινε όρθιος χωρίς να χάσει ένα κομμάτι από τον εαυτό του.
Το Μεσολόγγι δεν έπεσε από τα όπλα. Έπεσε από την πείνα. Ο Ιμπραήμ και ο Κιουταχής δεν κατέλαβαν την πόλη – την άφησαν να λιώσει μόνη της. Η λιμνοθάλασσα αποκλείστηκε, ο στόλος δεν έφτανε πια, και οι κάτοικοι μετρούσαν τις μέρες ανάποδα. Κάθε δάγκωμα ήταν απόφαση ζωής. Και κάθε σιωπή στο δρόμο, ένας θάνατος.
Δεν ήταν όλοι ήρωες με την παραδοσιακή έννοια. Δεν πολεμούσαν πια για τη δόξα. Πολεμούσαν για μια μπουκιά, για μια σταγόνα νερό, για να μην αφήσουν πίσω τους μονάχα ένα κουφάρι. Οι στίχοι του Σολωμού δεν ήταν ποιητικοί υπαινιγμοί. Ήταν αναφορές επιβίωσης. Ο Σουλιώτης που κλαίει, κρατάει τουφέκι που δεν έχει πια τι να προστατεύσει.
Όταν αποφάσισαν την Έξοδο, ήξεραν ότι λίγοι θα ζήσουν. Μα όσοι πέθαιναν, το προτιμούσαν από το να καταλήξουν κανίβαλοι της ανάγκης. Εκείνες τις μέρες, το Μεσολόγγι έγινε το απόλυτο όριο της ανθρώπινης αντοχής. Όχι για τα κανόνια, αλλά για τα στομάχια που βοούσαν, για τις μυρωδιές της σήψης που μπλέκονταν με τις προσευχές.
Η ιστορία συνήθως γράφεται για τη δόξα. Αλλά το Μεσολόγγι θυμίζει πως ο ηρωισμός δεν είναι πάντα φωνή, αλλά σιωπή και πείνα. Πίσω από τις ηρωικές μορφές, υπήρξαν άνθρωποι που έφαγαν ό,τι υπήρχε για να συνεχίσουν να αναπνέουν. Κι αυτό, αν δεν είναι θυσία, τότε τι είναι;