Η επαναστατική σημαία του Υψηλάντη με τον Άγιο Κωνσταντίνο και την Αγία Ελένη
Η σημαία του Υψηλάντη με τον Άγιο Κωνσταντίνο και την Αγία Ελένη δεν ήταν απλώς ένα λάβαρο.
Όταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πέρασε τον Προύθο ποταμό το 1821 για να σημάνει την έναρξη της Επανάστασης, δεν κρατούσε μια τυχαία σημαία. Δεν ήταν η μπλε και λευκή που γνωρίζουμε σήμερα, ούτε κάποιο αυτοσχέδιο πανί με το σταυρό. Ήταν ένα προσεκτικά σχεδιασμένο λάβαρο γεμάτο συμβολισμούς, που στόχο είχε να ενώσει πίστη, ταυτότητα και ελπίδα σε μία εικόνα. Στο κέντρο της υπήρχε ο Σταυρός, πλαισιωμένος από τον Άγιο Κωνσταντίνο και την Αγία Ελένη. Στο κάτω μέρος διαβάζονταν τα λόγια «Εν τούτω νίκα», μια φράση που είχε δει ο Μέγας Κωνσταντίνος σε όραμα, λίγο πριν νικήσει και αλλάξει για πάντα την ιστορία του Χριστιανισμού και της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Δεν ήταν απλώς μια σημαία· ήταν μία διακήρυξη πίστης και αποφασιστικότητας.
Η σημαία του Υψηλάντη ήταν τρίχρωμη: μαύρη, κόκκινη και λευκή. Το μαύρο συμβόλιζε το πένθος των υπόδουλων Ελλήνων, το κόκκινο το αίμα των ηρώων που θα χυνόταν για την ελευθερία και το λευκό την τελική κάθαρση και την αναγέννηση του έθνους. Τα χρώματα αυτά δεν ήταν διακοσμητικά, ούτε επιλεγμένα τυχαία. Ήταν μια σύνθεση που υποσχόταν λύτρωση μέσα από θυσία. Σε μια εποχή που η εικόνα είχε τεράστια ψυχολογική δύναμη, η σημαία αυτή λειτουργούσε σαν φορητό μανιφέστο της Επανάστασης.
Η επιλογή των δύο αγίων, του Κωνσταντίνου και της Ελένης, δεν ήταν απλώς ένα ορθόδοξο θρησκευτικό μήνυμα. Ήταν μια στροφή στο συλλογικό ασυνείδητο του ελληνισμού. Ο Κωνσταντίνος, ως πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας, και η μητέρα του Ελένη, γνωστή για την ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού, είχαν καθιερωθεί ως προστάτες του βυζαντινού μεγαλείου. Η μορφή τους επανεμφανίστηκε εδώ ως σημείο αναφοράς. Οι Έλληνες δεν ήθελαν μόνο να αποτινάξουν τον οθωμανικό ζυγό· ήθελαν να ξανασυνδεθούν με τις ρίζες τους, με την αυτοκρατορική τους καταγωγή, με τη Βασιλεύουσα και το όραμα της Αναγέννησης του Γένους. Ο Υψηλάντης δεν επέλεξε να βάλει τον Λεωνίδα ή τον Περικλή στη σημαία του. Έβαλε τους αγίους που αντιπροσώπευαν τον βυζαντινό πυρήνα του έθνους, υπενθυμίζοντας ότι η ελευθερία δεν ήταν μόνο ζήτημα γεωπολιτικής αλλά και πνευματικής αποκατάστασης.
Η φράση «Εν τούτω νίκα» αποτελούσε τον τίτλο ενός οράματος και τον οδηγό μιας νέας εκστρατείας. Όπως ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε δει το σταυρό στον ουρανό και πήρε δύναμη για τη μάχη της Μιλβίας Γέφυρας, έτσι και ο Υψηλάντης ζητούσε έμπνευση από τον ουρανό. Το λάβαρο αυτό δεν υπόσχονταν απλώς ελευθερία· υποσχόταν ότι η ελευθερία θα έρθει με θεϊκή παρέμβαση, αν η πίστη παραμείνει ακλόνητη. Στην ουσία, η σημαία καλούσε τους Έλληνες να πολεμήσουν όπως οι πρώτοι χριστιανοί· με πίστη, αυταπάρνηση και συνείδηση ότι είναι μέρος μιας ανώτερης αποστολής.
Αυτό το λάβαρο, παρότι δεν έγινε ποτέ επίσημη σημαία του Ελληνικού Κράτους, άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ψυχή των αγωνιστών. Δεν ήταν η σημαία των στρατηγικών συνελεύσεων της Επιδαύρου ούτε των διπλωματικών αποστολών. Ήταν η σημαία της εσωτερικής φλόγας, του πρώτου σπινθήρα, του συμβολισμού πριν τη διοργάνωση, της θυσίας πριν την εξουσία. Ήταν η εικόνα ενός Αγώνα που ξεκινούσε όχι με νομικά κείμενα αλλά με προσευχή, όχι με σάλπισμα κρατικού στρατού αλλά με μια προσωπική υπόσχεση πίστης και τιμής.
Η σημαία του Υψηλάντη με τον Άγιο Κωνσταντίνο και την Αγία Ελένη είναι από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα του τρόπου με τον οποίο η Επανάσταση του 1821 παντρεύτηκε με τη θρησκευτική ταυτότητα των Ελλήνων. Δεν ήταν μια απλή εξέγερση· ήταν μια αναγέννηση, μια κραυγή που αντλούσε δύναμη όχι μόνο από την Ιστορία αλλά και από την Πίστη. Κάθε της στοιχείο —το χρώμα, οι μορφές, το σύνθημα— είχε προορισμό: να κινητοποιήσει ψυχές. Και το κατάφερε.