Οι συναγωνιστές τον αποκαλούσαν αετό και οι Οθωμανοί μαύρο διάβολο
Ο Γρηγοριος Βαινας ηταν απο τις δυνατες μορφες του Μακεδονικου Αγωνα, με δραση, αποδρασεις και μαχες που του χαρισαν φοβο στους εχθρους και σεβασμο στους δικους του.
Ο Γρηγόριος Βαϊνάς δεν ήταν άνθρωπος των λόγων. Μπήκε νωρίς στη δράση. Γεννήθηκε το 1878 στο Στρέμπενο, τη σημερινή Ασπρόγεια Φλώρινας, και μεγάλωσε σε τόπο που είχε μέσα του σύγκρουση και φόβο. Η οικογένειά του είχε ήδη περάσει πολλά. Ο παππούς του είχε πολεμήσει παλιότερα και είχε ζήσει διωγμούς και συγκρούσεις με τους Οθωμανούς. Ο Βαϊνάς συνέχισε πάνω σε αυτή τη γραμμή, δεν εμφανίστηκε ξαφνικά.
Λέγεται πως μόλις στα 15 του είχε κιόλας μπλεχτεί σε συγκρούσεις με Οθωμανούς. Από μικρός γνώρισε το βουνό, το όπλο και την επιβίωση. Λίγα χρόνια μετά πήρε μέρος και στις συγκρούσεις του 1896 στη Μακεδονία. Εκεί φάνηκε πως δεν ήταν ένας απλός μαχητής. Μπορούσε να βγει μπροστά.
Πέρασε από τα σώματα του καπετάν Κώττα και του Ευάγγελου Νάτση. Το 1903 οι Οθωμανοί τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν φυλακή, αλλά ξέφυγε. Στη ζωή του πιάστηκε τρεις φορές και δραπέτευσε τις δύο. Σε μία από αυτές βγήκε από τζάκι. Η εικόνα και μόνο λέει πολλά. Δεν περίμενε βοήθεια, έβρισκε μόνος του τρόπο να σωθεί.
Στον Μακεδονικό Αγώνα το όνομά του άρχισε να ακούγεται πιο βαριά. Μετά τη δολοφονία του Ευάγγελου Νάτση πήρε την αρχηγία του σώματός του. Το 1904 συνεργάστηκε με τον Παύλο Μελά και μετά βρέθηκε σε πολλές μάχες στη δυτική Μακεδονία. Πολέμησε μαζί με γνωστές μορφές του αγώνα, όπως ο Κωνσταντίνος Γούτας, ο Στέφανος Δούκας και ο Γεώργιος Τσόντος. Η Φλώρινα τότε έβραζε. Δεν υπήρχε κανονικό μέτωπο. Υπήρχαν ενέδρες, περάσματα, πληροφορίες και προδοσίες.
Τότε βγήκαν και τα προσωνύμιά του. Οι δικοί του τον έλεγαν Αετό. Οι βουλγαρόφιλοι Γκάρτσο. Οι Οθωμανοί Μαύρο Διάβολο. Αυτά τα ονόματα δεν βγήκαν τυχαία. Έδειχναν τη φήμη που είχε αποκτήσει και το πόσο έντονα τον είχαν νιώσει και οι φίλοι και οι εχθροί του.
Μάχες, διώξεις και τα τελευταία χρόνια
Το 1905 και το 1906 ήταν από τις πιο σκληρές χρονιές του. Πολέμησε στη Μπελκαμένη, στα Καλύβια Παπαδιάς, στο Ζελενίτσι και στο Λέχοβο. Σε μια μάχη έσωσε τον Ρέμπελο. Σε άλλη το σώμα του χτύπησε ομάδα κομιτατζήδων και τους άφησε βαριές απώλειες. Οι κομιτατζήδες ήταν ένοπλες βουλγαρικές ομάδες που δρούσαν τότε στη Μακεδονία. Ο Βαϊνάς βρέθηκε απέναντί τους πολλές φορές.
Μια από τις πιο μεγάλες στιγμές του ήρθε στις 29 Μαΐου 1906, στη μάχη του Στρεμπένου. Εκεί περίπου 300 Έλληνες αντάρτες βρέθηκαν απέναντι σε περίπου 3.000 Οθωμανούς στρατιώτες. Η διαφορά ήταν τεράστια, όμως κράτησαν. Ο Βαϊνάς ήταν εκεί μαζί με άλλους γνωστούς οπλαρχηγούς. Τέτοιες στιγμές είναι που μένουν. Όχι επειδή όλα πήγαν εύκολα, αλλά επειδή στάθηκε όρθιος όταν τα πράγματα είχαν σφίξει πολύ.
Λίγο αργότερα τον ξανασυνέλαβαν. Τον πήγαν στις φυλακές του Μοναστηρίου και καταδικάστηκε ακόμη και σε ισόβια. Κι από εκεί κατάφερε να ξεφύγει. Κάποια στιγμή μέσα στη φυλακή έμαθε και σχέδιο να τον δηλητηριάσουν. Σώθηκε επειδή ήξερε βουλγάρικα και κατάλαβε τι έλεγαν. Δεν τον έσωζε μόνο το όπλο. Τον έσωζε και το μυαλό του.
Όταν η Μακεδονία ενώθηκε πια με την Ελλάδα, δεν έζησε σαν άνθρωπος που ζητούσε διαρκώς αναγνώριση. Δούλεψε χτίστης. Για λίγο έγινε και Νομάρχης Φλώρινας, έπειτα από παρότρυνση της Ναταλίας Μελά. Το κράτος τού έδωσε γη και σύνταξη με βαθμό λοχαγού. Του πρότειναν και αναπηρική σύνταξη, αλλά δεν τη δέχτηκε. Μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο του πρότειναν ως αποζημίωση οικόπεδο στην Αθήνα και πάλι αρνήθηκε.
Η ζωή του δεν μαλάκωσε ούτε τότε. Στη δεκαετία του 1930 πήγε για λίγα χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες και μετά γύρισε. Το 1943 οι Γερμανοί έκαψαν το σπίτι του στο χωριό. Το ξανάφτιαξε, αλλά αργότερα το έκαψαν πάλι οι Βούλγαροι κατακτητές. Ακόμη και στα γεράματά του βρήκε μπροστά του φωτιά και απώλεια.
Πέθανε στις 19 Δεκεμβρίου 1970 στην Ασπρόγεια. Η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη και του αποδόθηκαν στρατιωτικές τιμές. Έζησε σχεδόν έναν ολόκληρο αιώνα, από την Οθωμανική Μακεδονία ως την Ελλάδα του 20ού αιώνα. Δεν έγινε τόσο γνωστός όσο άλλοι, αλλά όποιος ξέρει τον Μακεδονικό Αγώνα δεν τον προσπερνά.
