Όταν οι Αρχαίοι Αθηναίοι δίκασαν ένα άγαλμα για φόνο. Τι έκαναν στο άγαλμα που προφανώς δεν μπήκε φυλακή
Οι Αθηναίοι δίκαζαν ακόμα και αγάλματα για φόνο
Στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ., η Δικαιοσύνη δεν έμενε μόνο στον άνθρωπο. Κάποιες φορές, την έψαχναν σε ξίφη, σε δοχεία και – ναι – ακόμη και σε αγάλματα. Μία από τις πιο εντυπωσιακές και απροσδόκητες ιστορίες της αρχαίας ελληνικής νομολογίας αφορά την περίπτωση ενός ανδριάντα – ενός χάλκινου αγάλματος που κατηγορήθηκε για φόνο και δικάστηκε ενώπιον του δικαστηρίου. Ούτε πρόκειται για αλληγορία, ούτε για θεατρικό τέχνασμα. Οι Αθηναίοι, πιστοί στη λεπτομέρεια και τον συμβολισμό, ακολούθησαν όλες τις τυπικές διαδικασίες για να αποδοθεί Δικαιοσύνη. Ακόμα κι αν ο κατηγορούμενος ήταν… από μπρούντζο.
Η υπόθεση αφορά τον φημισμένο πυγμάχο Βάπη ή Θέαγη – οι πηγές διαφέρουν στο όνομα – που πέθανε, σύμφωνα με την παράδοση, όταν ένα άγαλμα που τον παρίστανε έπεσε πάνω του. Λέγεται ότι κάποιος από τους αντιπάλους του, ή ακόμη κι ένας ζηλόφθονος αντίπαλος της φήμης του, συνήθιζε να χτυπά το άγαλμα κάθε βράδυ. Μια νύχτα όμως, το άγαλμα αποκολλήθηκε από τη βάση του και συνέθλιψε τον άνθρωπο που το χτυπούσε. Ο θάνατος ήταν ακαριαίος. Το συγκλονιστικό δεν ήταν το ίδιο το γεγονός, αλλά η αντίδραση της πόλης: το άγαλμα οδηγήθηκε σε κανονική δίκη και καταδικάστηκε για φόνο.
Η δίκη του αγάλματος εντάσσεται σε ένα πολύ παλαιότερο νομικό υπόβαθρο των Αθηναίων, που περιελάμβανε τη λεγόμενη «δίκη αψύχων». Σύμφωνα με αυτό το αρχαϊκό νομικό σύστημα, όποιος ή ό,τι προκαλούσε τον θάνατο ενός πολίτη – είτε ήταν άνθρωπος, ζώο, ή άψυχο αντικείμενο – έπρεπε να δικαστεί ώστε να καθαρθεί η πόλη από την «μίασμα», δηλαδή το πνευματικό μολυσματικό φορτίο του φόνου. Το άγαλμα δεν ήταν απλώς κατασκευασμένο από μέταλλο. Ήταν ένα σύμβολο. Και η πτώση του, ακόμη κι αν ήταν ατύχημα, θεωρήθηκε υπεύθυνη για τη διακοπή μιας ζωής. Η τιμωρία του; Να εκπατριστεί.
Η καταδίκη σήμαινε πως το άγαλμα απομακρύνθηκε από την πόλη, συνήθως ρίχνοντάς το στη θάλασσα ή θάβοντάς το σε απομονωμένο σημείο. Η ιδέα δεν ήταν η «τιμωρία» με την έννοια της εκδίκησης, αλλά η αποκατάσταση της κοσμικής ισορροπίας. Ο νόμος ήθελε να εξασφαλίσει ότι το αίμα του νεκρού δεν θα έμενε αδικαίωτο. Οι Αθηναίοι πίστευαν πως ο φόνος – ακόμα κι αν δεν είχε πρόθεση – έφερνε αταξία στην πόλη και χρειαζόταν κάθαρση. Έτσι, το ίδιο το αντικείμενο έπρεπε να εκδιωχθεί σαν να ήταν αληθινός ένοχος.
Το φαινόμενο της δίωξης άψυχων αντικειμένων απαντά και σε άλλες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας, αλλά στην Αθήνα πήρε μορφή δικαστικού θεσμού. Υπήρχαν ειδικά δικαστήρια, όπως το Πρυτανείον, που ασχολούνταν με τέτοιες υποθέσεις. Εκεί δικάζονταν και δολοφονίες χωρίς γνωστό δράστη ή θάνατοι από πτώσεις κεραμικών, ζώων ή ξένων εργαλείων. Οι τελετές ήταν επίσημες, με διαδικασίες που ακολουθούσαν τον ίδιο αυστηρό κανόνα με τις δίκες των ανθρώπων. Το ενδιαφέρον είναι πως δεν επρόκειτο για δεισιδαιμονία. Αντίθετα, ήταν μια νομική πρακτική με μεταφυσική βάση, αλλά και πολιτικό βάθος: η πόλη έπρεπε να δείχνει ότι δεν συγχωρεί τον φόνο σε καμία μορφή.
Στη δίκη του αγάλματος του πυγμάχου φαίνεται να συνδυάζονται όλα τα στοιχεία που καθιστούν την αρχαία αθηναϊκή νοοτροπία μοναδική: το δέος απέναντι στον νόμο, η επιμονή στη συμβολική κάθαρση, η ανάγκη για δημόσιο μήνυμα ότι κανένας φόνος δεν μένει ατιμώρητος. Ένα άγαλμα, που ξεκίνησε ως φόρος τιμής, κατέληξε στο εδώλιο, θυμίζοντας πως στους δρόμους της Αθήνας, η Δικαιοσύνη δεν έκανε διακρίσεις. Ούτε απέναντι στο μπρούντζο.