Πέθανε απο το σοκ μόλις είδε τι έκανε ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος στο στρατό του
Ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος τύφλωσε 15.000 αιχμαλώτους και τους έστειλε πίσω στον Σαμουήλ.
Καλοκαίρι του 1014. Η γη γύρω από το στενό του Κλειδίου, στις παρυφές της Μακεδονίας, έμοιαζε να κρατά την αναπνοή της. Για πάνω από τέσσερις δεκαετίες, η αυτοκρατορία του Βυζαντίου και το βασίλειο των Βουλγάρων συγκρούονταν ανελέητα, σε μάχες που έμοιαζαν περισσότερο με τιμωρίες θεών παρά με ανθρώπινες πολεμικές επιχειρήσεις. Όμως εκείνη τη χρονιά, η μοίρα είχε αποφασίσει να βάλει τέλος στη μακρόχρονη αυτή αιματοχυσία. Ο Βασίλειος Β’, ο σιδερένιος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, ετοιμαζόταν να γράψει ιστορία με τρόπο που λίγοι θα μπορούσαν να φανταστούν. Και ο Σαμουήλ, ο σκληροτράχηλος βασιλιάς των Βουλγάρων, επρόκειτο να βιώσει την πιο ταπεινωτική στιγμή της ζωής του, η οποία θα του στοίχιζε και την ίδια του την ψυχή.
Οι Βυζαντινοί, υπό την άμεση καθοδήγηση του Βασιλείου, είχαν στήσει μια παγίδα τόσο τέλεια οργανωμένη, που η νίκη δεν ήταν απλώς αναμενόμενη, αλλά σχεδόν προφητική. Το στράτευμα του Σαμουήλ κυκλώθηκε ολοκληρωτικά και συνετρίβη. Χιλιάδες Βούλγαροι αιχμαλωτίστηκαν, ανήμποροι πια να αντισταθούν. Ο Βασίλειος όμως δεν αρκέστηκε στην επικράτηση. Επέλεξε να τιμωρήσει τους εχθρούς του με τρόπο που θα σφράγιζε την Ιστορία. Διέταξε να τυφλωθούν όλοι οι αιχμάλωτοι, περίπου δεκαπέντε χιλιάδες άνδρες. Σε κάθε εκατό τυφλούς, ένας μονόφθαλμος έμενε πίσω για να τους οδηγήσει πίσω στη Βουλγαρία. Ήταν μια πομπή τρόμου και ντροπής. Μια ζωντανή επιγραφή πάνω στο σώμα του εχθρού.
Ο Σαμουήλ, ο βασιλιάς που πολέμησε γενναία μέχρι τα γεράματά του για την ανεξαρτησία των Βουλγάρων, στάθηκε στην αυλή του, περιμένοντας νέα από το μέτωπο. Όταν είδε με τα ίδια του τα μάτια το πλήθος των τυφλωμένων στρατιωτών του να πλησιάζει, παραπατώντας, ακολουθώντας ο ένας τον άλλο με το χέρι στον ώμο και με οδηγούς μόνο τους ελάχιστους που είχαν απομείνει με ένα μάτι, το σώμα του δεν άντεξε. Η καρδιά του λύγισε. Ο πόνος τον έπνιξε και η ανάσα του κόπηκε. Ο θρύλος λέει ότι έπεσε νεκρός επιτόπου. Άλλοι πως πέθανε δύο μέρες μετά, αμίλητος και χαμένος στο ίδιο του το κενό βλέμμα. Όπως και να ’χει, το σοκ του ήταν τέτοιο, που ούτε ο ίδιος, ούτε η μνήμη του ξεπέρασαν ποτέ αυτό το ταπεινωτικό τέλος.
Η εικόνα εκείνη, με τον μονόφθαλμο να οδηγεί εκατό τυφλούς μέσα από βουνά και ρεματιές, υπό το κάψιμο του βαλκανικού ήλιου, δεν ήταν απλώς μια πράξη εκδίκησης. Ήταν ένα μήνυμα. Ο Βασίλειος δεν ήθελε να εξοντώσει μόνο το σώμα των Βουλγάρων. Ήθελε να γονατίσει την ψυχή τους, να τους κάνει να θυμούνται για γενιές ότι δεν νικήθηκαν σε μάχη, αλλά στην ίδια την έννοια της ύπαρξής τους. Η στρατηγική του Βασιλείου δεν ήταν ποτέ μόνον στρατιωτική. Ήταν ψυχολογική, τελετουργική, σχεδόν θεατρική. Και στην περίπτωση του Σαμουήλ, απόλυτα αποτελεσματική.
Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η αντίσταση των Βουλγάρων δεν είχε πια αρχηγό με τη δύναμη και το θάρρος του Σαμουήλ. Μέσα σε λίγα χρόνια, το Βουλγαρικό βασίλειο κατέρρευσε ολοκληρωτικά και ενσωματώθηκε στη βυζαντινή επικράτεια. Ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος βασίλεψε μέχρι το 1025, θρυλικός, σχεδόν μυθικός, με τη φήμη του να φτάνει μέχρι και στις μακρινές χώρες της Δύσης και της Ανατολής. Δεν παντρεύτηκε ποτέ, δεν άφησε απογόνους, αφιερώθηκε ολόψυχα στην αυτοκρατορία. Και η αυτοκρατορία τον τίμησε, για πάντα, με ένα όνομα που γεννήθηκε από ένα ματωμένο θέαμα: Βουλγαροκτόνος.