Πώς οι αρχαίες Ελληνίδες επηρέαζαν την πολιτική χωρίς να έχουν κανένα δικαίωμα ψήφου;
Οι αρχαίες Ελληνίδες δεν είχαν δικαίωμα ψήφου, αλλά με λόγια, τελετές και υπόγεια δίκτυα διαμόρφωναν την πολιτική σκέψη
Στην αρχαία Αθήνα, τη γενέτειρα της δημοκρατίας, οι γυναίκες δεν είχαν καμία πολιτική υπόσταση. Δεν ψήφιζαν, δεν μιλούσαν στην Εκκλησία του Δήμου, δεν κατείχαν δημόσια αξιώματα και θεωρούνταν νομικά υπό την προστασία κάποιου άνδρα – πατέρα, συζύγου ή γιου. Και όμως, αυτό που δεν επιτρεπόταν επίσημα, συχνά συνέβαινε ανεπίσημα, στο ημίφως των ιδιωτικών χώρων, στα ιερά, στα δίκτυα των γυναικών και στις σκιές πίσω από τους μεγάλους άνδρες.
Στο σπίτι, η γυναίκα φρόντιζε την ανατροφή των παιδιών. Και ανάμεσα σε αυτά, μελλοντικοί ρήτορες, στρατηγοί, φιλόσοφοι. Η μητρική αφήγηση, τα παραμύθια, οι αξίες και οι φόβοι που μετέδιδε, έμπαιναν στις καρδιές αυτών που αύριο θα κυβερνούσαν. Η πολιτική καλλιεργούνταν πολύ πριν τη Βουλή, μέσα από τα χέρια που έπλεναν τις πληγές των παιδιών, που ετοίμαζαν σιωπηλά το επόμενο βήμα τους στον κόσμο των ανδρών. Η μητέρα ήταν η πρώτη δασκάλα πολιτικής σκέψης, η πρώτη φωνή που έμαθαν να σέβονται, ακόμα κι αν αργότερα έπρεπε να την αγνοούν.
Οι ιέρειες αποτελούσαν τη μόνη επίσημη θεσμική παρουσία των γυναικών. Η Πυθία στους Δελφούς μπορούσε να κρίνει πόλεμο ή ειρήνη με μία μόνο φράση. Η ιέρεια της Δήμητρας στην Ελευσίνα ήταν προστάτιδα της μύησης και της σοφίας, και το κύρος της ξεπερνούσε πολλές φορές αυτό των πολιτικών αρχόντων. Μέσα από τα μυστήρια, τις τελετές και τους χρησμούς, οι γυναίκες άγγιζαν την εξουσία από το πλάι, σαν σκιά που συνοδεύει τη φωτεινή μορφή.
Στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, οι εταίρες – μορφωμένες γυναίκες, συχνά με φιλοσοφική ή καλλιτεχνική παιδεία – ασκούσαν επιρροή στους πιο ισχυρούς άνδρες της εποχής. Η Ασπασία, σύντροφος του Περικλή, φημιζόταν όχι μόνο για την ομορφιά της αλλά και για την ευφυΐα της. Έλεγαν πως του έγραφε τους λόγους και πως επηρέαζε τις αποφάσεις του. Αν η πολιτική είναι τέχνη πειθούς, οι εταίρες την κατείχαν όσο και οι ρήτορες. Στοχαστές, συνομιλήτριες, μούσες και χειριστές της γοητείας, οι γυναίκες αυτές δρούσαν εκεί όπου τα επίσημα λόγια τελείωναν.
Υπήρχε όμως και ένα άλλο, λιγότερο εμφανές, δίκτυο: το γυναικείο στόμα. Οι ιστορίες που περνούσαν από μάνα σε κόρη, τα τραγούδια που έλεγαν στα πλυσταριά, οι κατάρες και οι ευχές, όλα αποτελούσαν μια άτυπη κουλτούρα πολιτικής. Η δημόσια εικόνα ενός άνδρα εξαρτιόταν συχνά από το τι έλεγαν οι γυναίκες γι’ αυτόν πίσω από τις κουρτίνες. Η κοινωνική αποδοχή, ο γάμος, η φήμη – όλα διαμορφώνονταν από την αόρατη γλώσσα των γυναικών. Η ντροπή και η τιμή δεν καθορίζονταν μόνο στη Βουλή αλλά και στην αυλή του σπιτιού, στη φράση που θα κυκλοφορούσε στις γειτονιές.
Οι γυναίκες δεν είχαν ψήφο, αλλά είχαν φωνή. Δεν είχαν εξουσία, αλλά είχαν επιρροή. Δεν κρατούσαν σκήπτρα, αλλά διαμόρφωναν μυαλά. Η πολιτική της σιωπής τους ήταν βαθύτερη από πολλές κραυγές. Και αυτό που δεν καταγράφηκε στα επίσημα πρακτικά της αρχαιότητας, αντηχεί ακόμα στους διαδρόμους της Ιστορίας, σαν ένα αόρατο σχέδιο που διαμορφώνει τον καμβά.