Πριν γίνει ο σημαντικότερος Έλληνας πεζογράφος, αντέγραφε ψαλμούς και ευχές με το χέρι για να βοηθήσει τον ιερέα πατέρα του
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ξεκίνησε να γράφει όχι λογοτεχνία, αλλά ψαλμούς και ευχές με το χέρι, για να βοηθήσει την οικογένειά του.
Πολύ πριν γίνει ο κορυφαίος διηγηματογράφος της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ήταν ένα φτωχό αγόρι στη Σκιάθο που καθόταν σιωπηλά δίπλα στον πατέρα του, τον παπα-Αδαμάντιο, και αντέγραφε με το χέρι ψαλμούς, ευχές και λειτουργικά κείμενα. Η πένα του τότε δεν έγραφε λογοτεχνία, αλλά αντίγραφα για τους ψάλτες και τους ιερείς του νησιού, σε μια εποχή που κάθε χειρόγραφο είχε αξία. Αυτή η ήσυχη, επίμονη εργασία, σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας, δεν ήταν απλώς μια πρακτική ανάγκη· ήταν και η πρώτη του μαθητεία στη γλώσσα, στον ρυθμό της γραφής, στο εκκλησιαστικό ύφος που θα χαρακτήριζε για πάντα το έργο του.
Το παιδί δεν μεγάλωσε σε σπίτι με βιβλιοθήκες, αλλά σε ένα σπίτι με κεριά, χαρτιά και μελάνια. Οι πρώτες του λέξεις δεν ήταν φανταστικές· ήταν λέξεις πίστης, παράκλησης και μετάνοιας, λόγια που βγήκαν από τα χείλη αγίων και μοναχών και πέρασαν στο χέρι του, ξανά και ξανά, με υπομονή και καλλιγραφική ακρίβεια. Ο Παπαδιαμάντης έμαθε να ακούει πρώτα τη σιωπή, ύστερα τις λέξεις. Και από την πειθαρχία αυτή γεννήθηκε μια φωνή που ποτέ δεν φώναζε, αλλά έμενε – σε βάθος και διάρκεια.
Η φτώχεια του δεν ήταν προσωρινή. Ο ίδιος έζησε μια ζωή σχεδόν ασκητική, αρνούμενος τη δημοσιότητα, τα χρήματα και την προβολή. Επέμεινε να γράφει με φτερό μέχρι τέλους. Δεν ήθελε βελόνες ή πένες σιδερένιες. Η γραφή του έπρεπε να είναι ιεροτελεστία. Όπως τότε, που καθόταν και αντέγραφε για τον πατέρα του, έτσι και αργότερα, στα κείμενά του, συνέχισε να μιλά με φωνές ταπεινών, με ρυθμό προσευχής και με το ηθικό βάρος της λαϊκής πίστης.
Το παράξενο είναι ότι αυτή η βαθιά ταπεινότητα έγινε το μεγάλο του όπλο. Ο Παπαδιαμάντης δεν έγραψε για την πόλη. Έγραψε για τις αυλές, τις βάρκες, τις γιαγιάδες που ψιθύριζαν ευχές, για ανθρώπους που δεν θα έμπαιναν ποτέ σε λογοτεχνία, αν δεν τους κουβαλούσε εκείνος με το φτερό του. Και όλη αυτή η δυναμική ξεκινά από εκείνα τα χρόνια, που ένα αγόρι αντέγραφε εκκλησιαστικά κείμενα για λίγα χρήματα, για να στηρίξει την οικογένεια και να τιμήσει τον πατέρα του που ήταν παπάς.
Η ζωή του Παπαδιαμάντη δεν είναι μόνο λογοτεχνική· είναι σχεδόν μοναστική. Στα έργα του κατοικεί η φτώχεια, η πίστη, η υπέρβαση. Όμως η ρίζα τους δεν βρίσκεται στα χρόνια της ωριμότητας, αλλά στα εφηβικά του δάχτυλα, που γέμιζαν μελάνι από την προσπάθεια να αντιγράψει σωστά έναν στίχο από τον προφήτη Δαβίδ. Όσοι έβλεπαν τα αντίγραφά του έλεγαν πως ήταν καλύτερα κι από τα τυπωμένα. Και κανείς δεν ήξερε τότε, πως αυτό το χέρι θα έγραφε αργότερα τα πιο σπαρακτικά ελληνικά που έχουν γραφτεί ποτέ.