Θεόφιλος: Όταν ο διάσημος ζωγράφος έτρωγε φάπες, ξύλο και γελούσαν με αυτόν
Τι έγραφε ο Γιώργος Σεφέρης για τη ζωή του ζωγράφου.
Ο Γιώργος Σεφέρης, ο σπουδαίος Έλληνας ποιητής και διπλωμάτης, είχε εκφράσει μεγάλο θαυμασμό για το έργο του ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ. Σε γράμμα του από τις 3 Δεκεμβρίου 1936, έγραφε για τον Θεόφιλο με πολύ θερμά λόγια. Χαρακτηριστικά έλεγε ότι ο Θεόφιλος ήταν «ο τελευταίος μεγάλος ζωγράφος της Ελλάδας», και τον θεωρούσε έναν καλλιτέχνη που με τον ιδιαίτερο τρόπο του αποτύπωνε την ελληνική ψυχή και τις παραδόσεις.
Ο Σεφέρης θεωρούσε τον Θεόφιλο μια μοναδική μορφή στο ελληνικό καλλιτεχνικό τοπίο και, παρά την αρχική αδιαφορία ή υποτίμηση του κοινού προς το έργο του, πίστευε ότι το έργο του θα αναγνωριζόταν αργότερα ως κάτι ξεχωριστό. Η εκτίμηση του Σεφέρη για τον Θεόφιλο είχε να κάνει με την αφοσίωσή του στην ελληνική παράδοση και την ικανότητά του να μεταφέρει στα έργα του την ελληνική φύση, τις λαϊκές αξίες και τα έθιμα, με τρόπο αυθεντικό και προσωπικό.
Ο Θεόφιλος, αν και αργότερα αναγνωρίστηκε ως ένας από τους πιο σημαντικούς ζωγράφους του 20ού αιώνα στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της ζωής του αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες και αμφισβήτηση. Ο Σεφέρης, όμως, είχε την πρόβλεψη και τη διορατικότητα να αναγνωρίσει τη μοναδικότητα του έργου του.
Ο Θεόφιλος βρέθηκε νεκρός στις 24 Μαρτίου 1934, στην παράγκα του.
Έγραφε ο Γιώργος Σεφέρης για τον Θεόφιλο:
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φτωχός φουστανελάς που είχε τη μανία να ζωγραφίζει. Τον έλεγαν Θεόφιλο. Τα πινέλα του τα κουβαλούσε στο σελάχι του, εκεί που οι πρόγονοί του βάζαν τις πιστόλες και τα μαχαίρια τους. Τριγύριζε στα χωριά της Μυτιλήνης, τριγύριζε στα χωριά του Πηλίου και ζωγράφιζε. Ζωγράφιζε ό,τι του παράγγελναν, για να βγάλει το ψωμί του. Υπάρχουν στον Άνω Βόλο κάμαρες ολόκληρες ζωγραφισμένες από το χέρι του Θεόφιλου, καφενέδες στη Λέσβο, μπακάλικα και μαγαζιά σε διάφορα μέρη που δείχνουν το πέρασμά του -αν σώζουνται ακόμη. Ο κόσμος τον περιγελούσε. Του έκαναν μάλιστα και αστεία τόσο χοντρά, που κάποτε τον έριξαν κάτω από μιαν ανεμόσκαλα και του ‘σπασαν ένα δυο κόκαλα. Ο Θεόφιλος, ωστόσο, δεν έπαυε να ζωγραφίζει σε ό,τι έβρισκε. Είδα πίνακές του φτιαγμένους πάνω σε κάμποτο, πάνω σε πρόστυχο χαρτόνι. Τους θαύμαζαν κάτι νέοι που τους έλεγαν ανισόρροπους οι ακαδημαϊκοί. Έτσι κυλούσε η ζωή του και πέθανε ο Θεόφιλος, δεν είναι πολλά χρόνια, και μια μέρα ήρθε ένας ταξιδιώτης από τα Παρίσια. Είδε αυτή τη ζωγραφική, μάζεψε καμιά πενηνταριά κομμάτια, τα τύλιξε και πήγε να τα δείξει στους φωτισμένους κριτικούς που κάθονται κοντά στο Σηκουάνα. Και οι φωτισμένοι κριτικοί βγήκαν κι έγραψαν πως ο Θεόφιλος ήταν σπουδαίος ζωγράφος. Και μείναμε μ’ ανοιχτό το στόμα στην Αθήνα. Το επιμύθιο αυτής της ιστορίας είναι ότι λαϊκή παιδεία δε σημαίνει μόνο να διδάξουμε το λαό αλλά και να διδαχτούμε από το λαό.