Τον σκότωσαν με πέτρες ενώ τους είχε ήδη παραδώσει το όπλο. Η άγρια ιστορία του Καπετάν Στέφου
Πολέμησε Οθωμανούς, κομιτατζήδες και κατακτητές. Στα γεράματα, του ζήτησαν να παραδοθεί. Τους εμπιστεύτηκε. Τον σκότωσαν με πέτρες.
Ήταν από αυτούς που δεν κρύβονταν. Ο Στέφανος Γρηγορίου, γνωστός και ως Καπετάν Στέφος, είχε περάσει τη ζωή του με το τουφέκι στο χέρι και την Ελλάδα στην καρδιά. Πολέμησε Οθωμανούς, κομιτατζήδες, ληστές, Βούλγαρους και Γερμανούς. Είχε δει φίλους να πεθαίνουν, παιδιά να ορφανεύουν, και η πατρίδα του άλλαζε σύνορα και πρόσωπα. Όμως δεν περίμενε ποτέ πως θα πέθαινε από ελληνικά χέρια. Ούτε ότι οι πέτρες θα ήταν το τελευταίο πράγμα που θα ένιωθε στο κορμί του.
Γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στο Μοναστήρι της Πελαγονίας, σε μια οικογένεια με βαριά ιστορία: προπάππους του Φιλικός, πατέρας του αγωνιστής, ίδιος μακεδονομάχος, αργότερα αξιωματικός της Χωροφυλακής. Ήξερε πότε να μιλάει και πότε να σκοτώνει. Η σύζυγός του, η Ρωσίδα Ευδοκία, πολεμούσε δίπλα του. Όχι συμβολικά – με τουφέκι και εντολές. Σε κάποια μάχη την αποκάλεσαν υπαρχηγό. Εκείνος δεν αντέδρασε. Ήξερε τι μπορούσε να κάνει.
Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, απελευθέρωσε χωριά ολόκληρα πριν φτάσει ο επίσημος στρατός. Στο Γέρμα, στη Βλάστη, στη Φλώρινα, ήταν πάντα μπροστά. Τους αιχμαλώτους τους φερόταν με τιμή – ακόμα και Τούρκους αγάδες που είχαν σκοτώσει ιερείς, τους έδινε στους ανώτερους. Αλλά δεν συγχωρούσε την προδοσία. Και οι προδότες, τότε, δεν είχαν δεύτερη ευκαιρία.
Στον Α’ Παγκόσμιο Πολέμο και στον Μεσοπόλεμο, παρέμεινε στο προσκήνιο. Είτε με το όπλο είτε με τον λόγο του. Κατηγορήθηκε πολλές φορές για βία, για αυθαιρεσία, για πολιτικά παιχνίδια. Κάποιοι τον έλεγαν ήρωα, άλλοι τύραννο. Στην κατοχή όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Γερμανοί, Βούλγαροι, Ιταλοί, αντάρτικα σώματα. Ξανά στα βουνά. Και αυτή τη φορά με τον γιο του.
Ο γιος του, ο Εύελπις Επαμεινώνδας Γρηγορίου, είχε τελειώσει τη Σχολή Ευελπίδων. Νέος, υπερήφανος, το ίδιο αφοσιωμένος. Μαζί συγκρότησαν μικρό αντάρτικο σώμα στη Βλάστη. Πολέμησαν στον Φαρδύκαμπο. Διακρίθηκαν. Ξανά. Αλλά οι εποχές είχαν αλλάξει.
Το 1943 ο Στέφος συμφώνησε να συναντήσει τον ΕΛΑΣ. Ήταν ηλικιωμένος πια. Είχε συμφωνήσει να παραδώσει τους άντρες του. Να φύγει με το κεφάλι ψηλά. Όχι ως ήρωας. Ως πολεμιστής που ήθελε να ξεκουραστεί. Η συμφωνία ήταν καθαρή. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε.
Στο Σισάνι, στις 24 Μαρτίου, εμφανίστηκε για τη συνάντηση. Ήταν αφοπλισμένος. Δίπλα του μόνο οι λέξεις που είχε δώσει. Και η εμπιστοσύνη του. Εκεί, χωρίς κανέναν λόγο, του όρμησαν. Δεν τον πυροβόλησαν. Δεν του πέρασαν θηλιά. Τον χτύπησαν με πέτρες. Με ξύλα. Με ό,τι υπήρχε. Τον λιθοβόλησαν. Μέχρι να σβήσει.
Την επόμενη μέρα, έπιασαν και τον γιο του. Ούτε αυτός πυροβολήθηκε. Εκτελέστηκε όπως τον πατέρα του. Η επίσημη αιτία; Είχαν προδώσει, λέει, τον Γεώργιο Μόδη στους Γερμανούς. Όμως δεν υπήρξε ποτέ απόδειξη. Μόνο πολιτική, φανατισμός και φόβος.
Ο Στέφανος Γρηγορίου είχε παλέψει σε δεκάδες μάχες. Δεν πέθανε σε καμία. Πέθανε όταν πίστεψε σε έναν όρκο μεταξύ Ελλήνων. Και αυτός ο όρκος, όπως τόσοι άλλοι, σπάστηκε μέσα στη νύχτα.