Γιατί οι Καθολικοί μιλάνε λατινικά;
Τα Λατινικά θεωρούνταν «ιερή γλώσσα» μαζί με τα Ελληνικά και τα Εβραϊκά.
Οι Καθολικοί δεν μιλούν Λατινικά στην καθημερινή τους ζωή, αλλά η γλώσσα αυτή κατέχει μια ξεχωριστή θέση στην Καθολική Εκκλησία για ιστορικούς, θεολογικούς και πρακτικούς λόγους.
Τα Λατινικά ήταν η επίσημη γλώσσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπου ο Χριστιανισμός αναπτύχθηκε και έγινε επίσημη θρησκεία τον 4ο αιώνα (με τον Μέγα Κωνσταντίνο και τον Θεοδόσιο Α΄). Η Εκκλησία της Ρώμης, που εξελίχθηκε στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, υιοθέτησε τα Λατινικά ως τη γλώσσα της διοίκησης, της θεολογίας και της λατρείας.
Μετά τη διάσπαση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (395 μ.Χ.), η Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (με κέντρο τη Ρώμη) συνέχισε να χρησιμοποιεί τα Λατινικά, ενώ η Ανατολική (με κέντρο την Κωνσταντινούπολη) στράφηκε στα Ελληνικά. Έτσι, τα Λατινικά έγιναν η γλώσσα της Δυτικής Εκκλησίας, ενώ τα Ελληνικά κυριάρχησαν στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Κατά τον Μεσαίωνα, η Καθολική Εκκλησία χρησιμοποίησε τα Λατινικά για να ενοποιήσει τη λατρεία σε μια τεράστια γεωγραφική περιοχή, όπου οι τοπικές γλώσσες (π.χ., Ιταλικά, Γαλλικά, Ισπανικά) διαφοροποιούνταν. Η Θεία Λειτουργία τελούνταν αποκλειστικά στα Λατινικά, σύμφωνα με το Τριδεντινό Τυπικό (καθιερώθηκε το 1570 από το Συμβούλιο του Τριδέντο), ώστε να υπάρχει ομοιομορφία.
Τα Λατινικά θεωρούνταν «ιερή γλώσσα» μαζί με τα Ελληνικά και τα Εβραϊκά, καθώς αυτές οι γλώσσες εμφανίζονται στην επιγραφή του Σταυρού του Χριστού («Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς Ιουδαίων», Ιωάννης 19:20). Η χρήση τους προσέδιδε κύρος και συνέδεε την Εκκλησία με την αποστολική παράδοση.
Τα σημαντικότερα θεολογικά έργα της Δυτικής Εκκλησίας γράφτηκαν στα Λατινικά, όπως η Vulgata (η μετάφραση της Βίβλου από τον Άγιο Ιερώνυμο, 4ος αιώνας), που έγινε η επίσημη Βίβλος της Καθολικής Εκκλησίας και τα έργα θεολόγων όπως ο Άγιος Αυγουστίνος και ο Θωμάς Ακινάτης.
Τα Λατινικά, ως «νεκρή» γλώσσα (δηλαδή που δεν εξελίσσεται πλέον), εξασφάλιζαν σταθερότητα στη διατύπωση δογμάτων και λειτουργιών, αποφεύγοντας παρερμηνείες από τις εξελισσόμενες τοπικές γλώσσες.
Επιπλέον, επέτρεπαν την επικοινωνία μεταξύ κληρικών από διαφορετικές χώρες, καθώς ήταν η lingua franca της Εκκλησίας.
Διαβάστε επίσης: