Πως είναι να κολυμπάς στη μέση του ωκεανού, εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτα κάτω από τα πόδια σου
Η παράξενη αίσθηση του κολυμπιού πάνω από το απόλυτο βάθος
Η πρώτη βουτιά δεν μοιάζει με κολύμπι. Μοιάζει περισσότερο με το να αφήνεις το σώμα σου πάνω από ένα κενό που δεν τελειώνει.
Κοντά στην ακτή, ακόμη κι αν δεν πατάς, ξέρεις ότι ο βυθός υπάρχει. Υπάρχει άμμος, βράχια, κόσμος, ήχος. Στον ανοιχτό ωκεανό αυτή η βεβαιότητα εξαφανίζεται. Κοιτάς κάτω και βλέπεις μόνο μπλε. Όχι δέκα ή είκοσι μέτρα. Μπορεί να υπάρχουν χιλιάδες.
Και το πιο παράξενο είναι ότι η θάλασσα μπορεί να είναι σχεδόν ήσυχη.
Τα κύματα δεν σπάνε όπως στην παραλία. Το σώμα ανεβαίνει και κατεβαίνει αργά πάνω σε τεράστιους κυματισμούς, χωρίς αφρό, χωρίς θόρυβο. Για λίγα δευτερόλεπτα μπορεί να σηκωθείς αρκετά μέτρα και μετά να κατέβεις ξανά, χωρίς καν να το καταλάβεις.
Υπάρχει και κάτι ακόμη που ξαφνιάζει: η θερμοκρασία. Η επιφάνεια μπορεί να είναι ζεστή από τον ήλιο, όμως λίγα μέτρα χαμηλότερα το νερό αλλάζει απότομα και γίνεται πολύ πιο κρύο.
Το πραγματικό σοκ, όμως, είναι ψυχολογικό.
Δεν φοβάσαι απαραίτητα κάτι που βλέπεις.
Φοβάσαι όλα όσα δεν μπορείς να δεις.
Και τότε καταλαβαίνεις ότι στον ανοιχτό ωκεανό δεν αισθάνεσαι πως κολυμπάς μέσα στη θάλασσα.
Αισθάνεσαι πως η θάλασσα σε κρατά.
