Ο Έλληνας που ξεκίνησε πόλεμο με 1.250 άνδρες για να πάρει πίσω την κόρη του που την είχαν απαγάγει
Ο καπετάν Παναγιώτης Ρόγκος φέρεται να ξεκίνησε εκστρατεία με 1.250 άνδρες όταν ο πασάς του Γερακίου άρπαξε την κόρη του.
Στη Λακωνία του 15ου αιώνα, όταν ο Μοριάς περνούσε βίαια από τη βυζαντινή σκιά στην οθωμανική κυριαρχία, μια προσωπική τραγωδία φέρεται να άναψε φωτιά σε ολόκληρη περιοχή. Ο καπετάν Παναγιώτης Ρόγκος ή Κουμουνδουράκης δεν πήρε τα όπλα για δόξα, για γη ή για εξουσία. Τα πήρε, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, για να σώσει την κόρη του.
Η ιστορία τοποθετείται γύρω στο 1461, στα χρόνια που οι Τούρκοι πασάδες της Μονεμβασιάς και του Γερακίου προσπαθούσαν να επιβάλουν την κυριαρχία τους σε μια περιοχή που δεν είχε μάθει εύκολα να σκύβει το κεφάλι. Η Ζαραφώνα, χτισμένη στις πλαγιές του Πάρνωνα, εμφανίζεται ως τόπος ανυπότακτων ανθρώπων, με πύργους, οπλισμένες οικογένειες και συνεχείς προστριβές με τις οθωμανικές αρχές.
Η απαγωγή που έγινε αιτία πολέμου
Ο Ρόγκος περιγράφεται ως πυργοδεσπότης και αρχηγός του πυρός, ένας τοπικός καπετάνιος με ισχύ, κύρος και ανθρώπους έτοιμους να τον ακολουθήσουν. Η κόρη του, σύμφωνα με την αφήγηση, ήταν ξακουστή για την ομορφιά της. Ο Τούρκος πασάς του Γερακίου φέρεται να την άρπαξε με δόλο και χρήματα, σε μια πράξη που δεν ήταν μόνο προσωπική προσβολή.
Σε έναν κόσμο όπου η τιμή της οικογένειας, η προστασία του σπιτιού και η αντίσταση στον κατακτητή ήταν δεμένα μεταξύ τους, η απαγωγή αυτή σήμαινε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Ήταν χτύπημα στον ίδιο τον Ρόγκο, αλλά και μήνυμα προς όλους τους ανυπότακτους της περιοχής. Η απάντηση ήταν άμεση. Στον πλάτανο της βρύσης της Ζαραφώνας συγκεντρώθηκε πολεμικό σώμα 1.250 ανδρών. Δεν ήταν τακτικός στρατός.
Ήταν άνδρες του Πάρνωνα, με καραμπίνες, γιαταγάνια και φουστανέλες, άνθρωποι που ήξεραν τα περάσματα, τα βουνά και τον τρόπο του ανταρτοπολέμου.
Μπροστά τους στάθηκε ο παπάς του χωριού, με τον σταυρό στο χέρι. Έγινε δοξολογία και ύστερα ο Ρόγκος πήρε την απόφαση που θα μετέτρεπε την προσωπική του υπόθεση σε πολεμική σύγκρουση.
Οι 1.250 πολεμιστές του Πάρνωνα
Ο Ρόγκος ξεκίνησε έφιππος και ξιφήρης προς το κάστρο του Γερακίου. Μαζί του, σύμφωνα με την παράδοση, βάδιζαν συγγενείς και καπετάνιοι που έφερναν ο καθένας δικούς του άνδρες. Ο καπετάν Χρήστος ακολουθούσε με 250 παλικάρια. Ο καπετάν Πούλος με άλλους 250. Ο καπετάν Στέφανος με 250. Ο καπετάν Γιάκας επίσης με 250. Ο καπετάν Πέτρος, γιος του Ρόγκου, είχε μαζί του ακόμη 250. Ως ανεφοδιαστής αναφέρεται ο καπετάν Οικονόμος, εξάδελφος των αρχηγών.
Αν οι αριθμοί της παράδοσης είναι ακριβείς ή διογκωμένοι από τη μνήμη των επόμενων γενιών, δύσκολα μπορεί να αποδειχθεί. Εκείνο όμως που έχει σημασία είναι η εικόνα που σώζεται: μια ορεινή κοινωνία που κινητοποιείται σαν σώμα, όχι για μια απλή επιδρομή, αλλά για να απαντήσει σε προσβολή που θεωρήθηκε αβάσταχτη. Το σώμα κατέβηκε προς τον κάμπο και κινήθηκε προς την περιοχή της αρχαίας Τρινάσσου. Εκεί φαίνεται πως επιχείρησε να χτυπήσει την πλούσια περιοχή, να προκαλέσει αναταραχή και να ξεσηκώσει προκρίτους. Η σύγκρουση δεν άργησε να έρθει.
Η μάχη με τους Τούρκους και η Κόκκινη Εκκλησιά
Οι τουρκικές δυνάμεις έφτασαν στον Ευρώτα υπό τον Ζαλούμ πασά της Τάραψας, του σημερινού Βασιλακίου, μαζί με άλλους ενόπλους από τα ανατολικά. Η μάχη κράτησε δύο ημέρες.
Το πιο σκληρό επεισόδιο εκτυλίχθηκε όταν ο παπάς με τον σταυρό και ο Ρόγκος έφιππος όρμησαν αιφνιδιαστικά εναντίον των Τούρκων, που επιχειρούσαν να μπουν στην «πόρτα» του Πάρνωνα, στην ανάβαση προς τη Ζαραφώνα. Η μάχη έγινε σώμα με σώμα και κράτησε όλη την ημέρα.
Η παράδοση μιλά για 500 νεκρούς συνολικά και από τις δύο πλευρές. Οι Έλληνες, όμως, έμειναν από πυρομαχικά και αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν προς τον Πάρνωνα. Το εκκλησάκι όπου έγινε η μάχη, λέγεται ότι βάφτηκε με αίμα. Γι’ αυτό έμεινε γνωστό ως Κόκκινη Εκκλησιά. Εκεί σκοτώθηκε ο καπετάν Παναγιώτης Ρόγκος - Κουμουνδουράκης. Ο άνθρωπος που είχε ξεκινήσει την εκστρατεία για την απαχθείσα κόρη του έπεσε πριν μάθει, τουλάχιστον όπως σώζεται η αφήγηση, την τελική της τύχη.
Την επόμενη ημέρα, οι Τούρκοι έφτασαν στη Ζαραφώνα. Συνάντησαν μικρή αντίσταση και πυρπόλησαν τον πύργο του Ρόγκου, ο οποίος καταστράφηκε ολοσχερώς. Η καταστροφή του πύργου ήταν η τελευταία πράξη μιας ιστορίας που είχε αρχίσει ως οικογενειακό δράμα και τελείωσε ως τοπική συμφορά.
Η εκδίκηση που άφησε πίσω της σιωπή
Μετά τον θάνατο του Ρόγκου και την καταστροφή της Ζαραφώνας, η ιστορία δεν τελείωσε αμέσως. Κατόπιν πρόσκλησης του καπετάν Ρόγκου, είχαν ήδη κινηθεί ενισχύσεις από τη Λακεδαίμονα υπό τον Μιχαήλ Ράλλη. Οι Έλληνες, ενωμένοι πλέον με τις ενισχύσεις, κατάφεραν να εκδιώξουν τους Τούρκους από το Γεράκι και αργότερα από τον Μυστρά. Στην ίδια αφήγηση αναφέρεται ότι οι κάτοικοι της Μονεμβασιάς υποχρεώθηκαν να δεχθούν Βενετό διοικητή. Αυτό ταιριάζει με το ταραγμένο ιστορικό περιβάλλον της εποχής, όταν η Πελοπόννησος περνούσε από τα βυζαντινά κατάλοιπα στους Οθωμανούς, ενώ η Βενετία προσπαθούσε να κρατήσει ζωτικά κάστρα και λιμάνια.
Το πιο παράξενο, όμως, είναι το κενό που μένει στο κέντρο της ιστορίας. Η απαχθείσα κόρη, η αφορμή για την εκστρατεία, χάνεται από την αφήγηση. Δεν αναφέρεται αν σώθηκε, αν πέθανε, αν έμεινε αιχμάλωτη ή αν η μνήμη της χάθηκε μαζί με τις φωτιές της Ζαραφώνας...
