Sportime

Τον πέρασαν για παράφρονα όταν εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο και σήμερα θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος προκάλεσε σοκ με την «Υψικάμινο» το 1935 και εισήγαγε τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα. Από παρεξηγημένος πρωτοπόρος εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες μορφές της νεοελληνικής ποίησης.

Γρηγόρης Κεντητός 6 λεπτά ανάγνωσης
Ανδρέας Εμπειρίκος
Πρόσθεσε το Sportime στις αγαπημένες σου πηγές

Ποιος θα το έλεγε ότι ένα βιβλίο 200 αντιτύπων, τυπωμένο στην Αθήνα του 1935, θα έμοιαζε στα μάτια των πολλών όχι με ποιητική συλλογή, αλλά με πιστοποιητικό παραφροσύνης; Κι όμως, η «Υψικάμινος» του Ανδρέα Εμπειρίκου δεν μπήκε στα ελληνικά γράμματα με το βήμα ενός συνηθισμένου ποιητή. Μπήκε σαν αναμμένος δαυλός σε αποθήκη παλιών βεβαιοτήτων.

Για το κοινό της εποχής, οι σελίδες εκείνες έμοιαζαν με σκάνδαλο. Δεν είχαν την οικεία τάξη, το μέτρο, τη γλυκύτητα ή την «ευπρέπεια» που περίμενε κανείς από την ποίηση. Είχαν φράσεις που έμοιαζαν να ξεπηδούν από υπόγειες στοές του νου, εικόνες χωρίς προειδοποίηση, συνειρμούς που δεν ζητούσαν άδεια από τη λογική. Ο ίδιος ο Εμπειρίκος θυμόταν πως το βιβλίο εξαντλήθηκε γρήγορα όχι επειδή θεωρήθηκε ενδιαφέρον, αλλά επειδή λογαριάστηκε ως σκανδαλώδες, γραμμένο από κάποιον «διαταραγμένο».

Και να λοιπόν η μεγάλη ειρωνεία της ιστορίας: εκεί όπου οι σύγχρονοί του έβλεπαν παραλήρημα, οι επόμενες γενιές αναγνώρισαν μια από τις πιο ριζοσπαστικές τομές της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Ο γόνος που αρνήθηκε την άνεση της κανονικότητας

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος γεννήθηκε το 1901 στη Βραΐλα της Ρουμανίας και πέθανε στην Αθήνα το 1975. Προερχόταν από ισχυρή ναυτιλιακή οικογένεια, με πατέρα τον Λεωνίδα Εμπειρίκο από την Άνδρο. Θα μπορούσε να ακολουθήσει μια πορεία προδιαγεγραμμένη, ασφαλή, τακτοποιημένη μέσα στα οικονομικά και κοινωνικά προνόμια της τάξης του. Δεν το έκανε.

Έζησε στη Σύρο, στην Αθήνα, στο Λονδίνο, στην Ελβετία και κυρίως στο Παρίσι. Εκεί, από το 1926 ως το 1931, γνώρισε τον Αντρέ Μπρετόν και τον κύκλο των υπερρεαλιστών, ενώ μυήθηκε στην ψυχανάλυση κοντά στον René Laforgue. Δεν ήταν απλώς ένας Έλληνας που είδε από κοντά μια ευρωπαϊκή μόδα. Ήταν ένας άνθρωπος που γύρισε στην Ελλάδα κουβαλώντας μια ολόκληρη πνευματική έκρηξη.

Το 1935 έδωσε στην Αθήνα την πρώτη διάλεξη για τον υπερρεαλισμό, με τίτλο «Υπερρεαλισμός, μια νέα ποιητική Σχολή», και την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε την «Υψικάμινο». Με αυτές τις δύο κινήσεις, ο Εμπειρίκος δεν παρουσίασε απλώς ένα λογοτεχνικό ρεύμα. Άνοιξε ρήγμα στο έδαφος της ελληνικής ποίησης.

Η «Υψικάμινος» ως λογοτεχνική βόμβα

Η «Υψικάμινος» θεωρείται το πρώτο αμιγώς υπερρεαλιστικό ελληνικό κείμενο. Ήταν ένα βιβλίο «αιρετικό», δύσκολο, κρυπτικό, σχεδόν εχθρικό προς τις αναγνωστικές συνήθειες της εποχής. Δεν ήθελε να χαϊδέψει το αυτί. Δεν ήθελε να εξηγήσει. Ήθελε να απελευθερώσει.

Ο Εμπειρίκος χρησιμοποίησε την αυτόματη γραφή, αφήνοντας το ασυνείδητο να παράγει εικόνες χωρίς τον έλεγχο της συμβατικής λογικής. Στα ποιήματά του η καθαρεύουσα δεν λειτουργεί σαν μουσειακό ένδυμα, αλλά σαν παράξενο ηλεκτροφόρο υλικό. Η γλώσσα γίνεται άλλοτε λαμπερή, άλλοτε αινιγματική, άλλοτε εκρηκτική. Δεν είναι η γλώσσα ενός ποιητή που ζητά συγκατάβαση. Είναι η γλώσσα ενός ανθρώπου που απαιτεί από την ποίηση να ξαναγεννηθεί.

Γι’ αυτό και η αντίδραση υπήρξε τόσο έντονη. Όταν ένα έργο δεν χωρά στα μέτρα της εποχής του, η εποχή συχνά το βαφτίζει τρέλα. Έτσι έγινε και με την «Υψικάμινο». Το κοινό δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει, να θυμώσει ή να φοβηθεί. Γιατί αυτό που κρατούσε στα χέρια του δεν έμοιαζε με βιβλίο. Έμοιαζε με ξήλωμα του παλιού κόσμου.

Ο ποιητής που έφερε το ασυνείδητο στο κέντρο της ελληνικής γραφής

Η σημασία του Εμπειρίκου δεν βρίσκεται μόνο στο ότι εισήγαγε τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα. Βρίσκεται στο ότι συνέδεσε την ποίηση με την εσωτερική απελευθέρωση του ανθρώπου. Για εκείνον το όνειρο, ο έρωτας, η επιθυμία, η μνήμη και το ασυνείδητο δεν ήταν διακοσμητικά θέματα. Ήταν οι βαθύτερες δυνάμεις της ύπαρξης.

Από το 1935 ως το 1951 ασχολήθηκε επαγγελματικά με την ψυχανάλυση στην Ελλάδα, ενώ αναφέρεται ως ένας από τους πρώτους Έλληνες ψυχαναλυτές και ιδρυτικό μέλος της πρώτης ελληνικής ψυχαναλυτικής ομάδας. Αυτή η ιδιότητα δεν ήταν παράπλευρη στη λογοτεχνία του. Ήταν το υπόγειο ρεύμα της.

Ο Εμπειρίκος δεν έγραφε απλώς ποιήματα. Έσκαβε. Έσκαβε κάτω από τη λογική πρόσοψη του ανθρώπου, εκεί όπου κοιμούνται οι φόβοι, οι πόθοι, οι απαγορεύσεις και οι άγριες ελευθερίες μας. Και αυτό ακριβώς τρόμαξε μια κοινωνία μαθημένη να ντύνει τα πάντα με ευπρέπεια.

Από την «Υψικάμινο» στην «Ενδοχώρα» και την «Οκτάνα»

Μετά την πρώτη έκρηξη, ο Εμπειρίκος δεν έμεινε ένας συγγραφέας του ενός σκανδάλου. Ακολούθησαν έργα όπως η «Ενδοχώρα», τα «Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία», ο «Δρόμος», η «Οκτάνα», καθώς και πλήθος κειμένων που δημοσιεύτηκαν μετά τον θάνατό του.

Στην «Ενδοχώρα» η υπερρεαλιστική ορμή συναντά έναν πιο λυρικό τόνο. Η ποίηση του Εμπειρίκου δεν γίνεται εύκολη, αλλά γίνεται πλατύτερη. Σαν να περνά από την καθαρή έκρηξη της «Υψικαμίνου» σε μια εσωτερική γεωγραφία όπου ο άνθρωπος αναζητά ελευθερία, ευδαιμονία και συμφιλίωση με τις πιο απόκρυφες δυνάμεις του.

Η πορεία του δείχνει πως δεν επρόκειτο για έναν λογοτέχνη που ήθελε απλώς να προκαλέσει. Η πρόκληση ήταν η επιφάνεια. Κάτω από αυτήν υπήρχε ένα βαθύ αίτημα: να πάψει η γλώσσα να είναι υπάκουη υπηρέτρια της συμβατικότητας και να γίνει όργανο αποκάλυψης.

Ο «Μέγας Ανατολικός» και το δεύτερο μεγάλο σκάνδαλο

Αν η «Υψικάμινος» υπήρξε το πρώτο σοκ, ο «Μέγας Ανατολικός» υπήρξε το μνημειώδες μεταθανάτιο σεισμικό κύμα. Ο Εμπειρίκος δούλευε για περισσότερες από δύο δεκαετίες πάνω σε αυτό το τεράστιο πεζογραφικό έργο, το οποίο εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, σε οκτώ τόμους, αρχής γενομένης από το 1990.

Εκεί ο Εμπειρίκος έφτασε στα άκρα την πίστη του στην ελευθερία της επιθυμίας. Το έργο χαρακτηρίστηκε τολμηρό, προκλητικό, σκανδαλώδες. Αλλά πάλι, το ερώτημα ήταν το ίδιο: τι κάνει μια κοινωνία όταν βρίσκεται μπροστά σε ένα έργο που αρνείται να υποταχθεί στους κώδικές της;

Στην περίπτωση του Εμπειρίκου, η απάντηση επαναλαμβάνεται σχεδόν τελετουργικά. Πρώτα δυσφορία. Έπειτα αμηχανία. Ύστερα καθυστερημένη αναγνώριση.

Ο φωτογράφος που κοίταζε όπως έγραφε

Ο Εμπειρίκος δεν υπήρξε μόνο ποιητής, πεζογράφος και ψυχαναλυτής. Υπήρξε και φωτογράφος. Η φωτογραφία του δεν μοιάζει με πάρεργο ενός λογοτέχνη που κρατούσε μηχανή για αναμνηστικούς λόγους. Μοιάζει με δεύτερη μορφή όρασης.

Στα πρόσωπα, στα τοπία, στην Άνδρο, στις καθημερινές σκηνές, φαίνεται η ίδια διάθεση που διαπερνά και το λογοτεχνικό του έργο: να δει τον κόσμο όχι όπως τον τακτοποιεί η συνήθεια, αλλά όπως φανερώνεται όταν τον κοιτάξει κανείς με εσωτερική ένταση. Ο φακός του Εμπειρίκου δεν αιχμαλωτίζει απλώς εικόνες. Αναζητά την κρυφή τους μεταφυσική.

Γιατί τον φοβήθηκαν τόσο;

Τον φοβήθηκαν γιατί δεν ήταν απλώς «δύσκολος». Οι δύσκολοι συγγραφείς, αν μείνουν ακαδημαϊκό παιχνίδι, τελικά αφομοιώνονται. Ο Εμπειρίκος όμως ήταν κάτι ενοχλητικότερο: ένας ποιητής που αμφισβητούσε τα ίδια τα σύνορα της λογικής, της ηθικής, της γλώσσας και της επιθυμίας.

Σε μια Ελλάδα που προσπαθούσε ακόμα να σταθεί ανάμεσα στην παράδοση, στον αστικό καθωσπρεπισμό, στις εθνικές αγωνίες και στον ευρωπαϊκό μοντερνισμό, ο Εμπειρίκος ήρθε σαν παράταιρος επισκέπτης από το μέλλον. Δεν μιλούσε τη γλώσσα της ασφάλειας. Μιλούσε τη γλώσσα της ρήξης.

Και κάθε ρήξη, στην αρχή, μοιάζει με απειλή.

Η δικαίωση ενός «παράφρονα»

Σήμερα ο Ανδρέας Εμπειρίκος θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ελληνικού υπερρεαλισμού και μία από τις πιο ιδιότυπες μορφές της Γενιάς του ’30. Η πρώτη του συλλογή, εκείνη που αντιμετωπίστηκε σαν παραλήρημα, κατέχει πλέον ξεχωριστή θέση στη νεοελληνική ποίηση.

Δεν δικαιώθηκε επειδή έγινε εύκολος. Δεν δικαιώθηκε επειδή οι στίχοι του έγιναν καθημερινό ανάγνωσμα των πολλών. Δικαιώθηκε επειδή ανάγκασε την ελληνική ποίηση να παραδεχθεί ότι μπορεί να υπάρξει και αλλιώς: χωρίς γραμμική λογική, χωρίς συμβατική ομορφιά, χωρίς την υποχρέωση να εξηγεί κάθε της ανάσα.

Ο Εμπειρίκος δεν ζήτησε από την εποχή του να τον καταλάβει. Της ζήτησε να αντέξει το σοκ της ελευθερίας του. Και αυτό το σοκ, όσο κι αν αρχικά ντύθηκε με ειρωνεία και καχυποψία, έμεινε τελικά ως δημιουργική πληγή στα ελληνικά γράμματα.

Γιατί υπάρχουν βιβλία που έρχονται για να διαβαστούν. Και υπάρχουν βιβλία που έρχονται για να μετακινήσουν τα θεμέλια.

Η «Υψικάμινος» ανήκει στα δεύτερα.

Και ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο άνθρωπος που κάποιοι πέρασαν για παράφρονα όταν εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, αποδείχθηκε τελικά κάτι πολύ πιο επικίνδυνο για τη μετριότητα: ένας ποιητής που είχε δει πιο μακριά από την εποχή του.

Σχετικά άρθρα

Περισσότερα στην κατηγορία

Πρόσφατα νέα

Περισσότερα από Γρηγόρης Κεντητός

Από άλλη κατηγορία

Τελευταία νέα