Ο άνθρωπος που αγάπησε το μπάσκετ
Η φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο, προ 18 ετών τραβηγμένη, αν δεν ήταν σε ηλεκτρονική μορφή, αλλά από εκείνες τις παλιές, τις χάρτινες, θα είχε πλέον κιτρινίσει, οι άκρες της θα είχαν φθαρεί και Κύριος οίδε σε ποιο άλμπουμ θα είχε καταχωνιαστεί.
Αποτυπώνει με παγωμένο τρόπο -όπως κάνουν πάντα οι φωτογραφίες- τη στιγμή που ο Βασίλης Σπανούλης, νιόβγαλτο ταλέντο ακόμη, έχει μόλις υπογράψει το συμβόλαιό του με το Μαρούσι. Με πλούσια κόμη, με βλέμμα αθώο και ανήξερο, ατενίζει το μέλλον που του άνοιξε τότε ο Άρης Βωβός.
Από εκείνη τη στιγμή έχουν περάσει κοντά δύο δεκαετίες. Ο Βασίλης Σπανούλης έχασε τα μαλλιά του, η ματιά του έγινε πιο κοφτή, το Μαρούσι δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε και ο Άρης Βωβός είναι χαμένος από την επικαιρότητα.
Έχουν συμβεί πολλά αυτά τα χρόνια στο ελληνικό μπάσκετ: όμορφα, καλά, άσχημα. Κόσμος πήγε και ήρθε. Ομάδες ανέβηκαν κι άλλες εξαφανίστηκαν από τον χάρτη. Η ζωή παρασέρνει τα πάντα. Ο χρόνος σκουπίζει όλες τις βεβαιότητες.
Ο Βασίλης Σπανούλης, όμως, είναι ακόμη παρών. Πρόκειται για την τελευταία «σταθερά» μια εκλεκτής φουρνιάς παικτών που ανδρώθηκε με το όραμα της επιτυχίας που δεν έρχεται να σου χτυπήσει την πόρτα μόνη της, αλλά πρέπει να τη διεκδικήσεις.
Ο Παπαλουκάς σταμάτησε, ο Διαμαντίδης το ίδιο, ο Φώτσης, ο Κακιούζης, ο Λάζαρος. Κάποιοι απόστασαν ή μπούχτισαν άλλοι αποφάσισαν να αποχωρήσουν πριν καν χτυπήσει η καμπάνα του αδήριτου χρόνου. Ο Βασίλης Σπανούλης συνεχίζει. Μόνο που δεν το κάνει εις μάτην ή λόγω κάποιου πείσματος για να υπάρχει στην επικαιρότητα. Δεν είναι η εμμονή που καθοδηγεί τις πράξεις του. Δεν είναι ένα δολοφονικό ένστικτο που κυκλώνει την ύπαρξη του. Κι ας τον έχει αναγορεύσει το ανέμπνευστο δημοσιογραφικό κλισέ ως «Kill Bill».
Ο Σπανούλης είναι η κλασική περίπτωση του «Ι love this game»: είναι ο άνθρωπος που ζει για να παίζει. Που η ταγκή μυρωδιά των αποδυτηρίων δεν έχει αρχίσει να τον απωθεί και οι καθημερινές προπονήσεις (άρα καταπονήσεις του σώματος) δεν τον βάζουν στη διαδικασία της απόσυρσης.
Προφανώς και τα χρόνια βαραίνουν και οι τραυματισμοί λειτουργούν ανασχετικά. Προφανώς και η συνάφεια με την καθημερινότητα τον έχει φθείρει. Για να μην πει κανείς και για τη θυελλώδη σχέση που ανέπτυξε με τους οπαδούς του Παναθηναϊκού και την αγαπητική με τους αντίστοιχους του Ολυμπιακού. Όλα μέσα στη ζωή είναι.
Κι αυτός μέρος της μπασκετικής ζωής της χώρας μας - αυτό είναι. Είναι ο άνθρωπος που αγάπησε το μπάσκετ παθολογικά.
Το ότι είναι πλέον πρώτος σκόρερ της Α1; Θα μου επιτρέψετε να πω ότι τούτο είναι παράπλευρη επιτυχία. Δεν είναι το μείζον. Καταδεικνύει κάτι, αλλά ενδέχεται να αποσιωπά κάτι πιο σημαντικό. Αυτό που δεν μπορεί ποτέ να καταγραφεί σε ένα φύλλο στατιστικής: την αφοσίωση, το κίνητρο, το θάλπος, τη συγκέντρωση στο στόχο. Εντέλει, τη λατρεία να έχεις την μπάλα στα χέρια σου και να κάνεις παιχνίδι.
