Μάρω Κοντού: Γλυκό αντίο στο σινεμά του ήθους - Εκεί που η τέχνη της αλήθειας είναι ακόμα ιερή
Μια μεγάλη μορφή του αθάνατου ελληνικού κινηματογράφου έφυγε στα 92 της χρόνια. Και οι πάντες υποκλίθηκαν στην ποιότητα αυτής της γενιάς που σχεδόν έχει αποχωρήσει σύσσωμη για την άλλη ζωή, παίρνοντας μαζί εκείνο το γλυκό άρωμα της παλιάς Ελλάδας.
«Μάρω Κοντού, περαστική». Αυτό συνήθιζε να γράφει στα αυτόγραφά της η σπουδαία ηθοποιός, όταν στο βιολογικό κοντέρ πέρασε τον μισό αιώνα ζωής. Μια γενιά που ήξερε να φιλοσοφεί την αδυσώπητη ροή του χρόνου, χωρίς να μεθά με την ψευδαίσθηση της αθανασίας. Καλλιτέχνες που έμαθαν πρώτα να σκέπτονται και ύστερα να υποκρίνονται στο σανίδι τις δημιουργικές σκέψεις των άλλων.
Φτωχοί σε τίτλους πτυχίων, αλλά πλούσιοι σε λαϊκή σοφία και «ψημένοι» από στερήσεις και πολέμους. Αυθεντικές περσόνες χωρίς ανάγκη να γίνουν αντίτυπα ενός εργοστασίου φήμης. Συναντώντας κάθε ηθοποιό εκείνης της εποχής, ήξερες ότι έχουν να δώσουν πολλά περισσότερα από ένα καλαίσθητο γκρο πλαν. Μεγαλωμένοι με την ωριμότητα της ολιγάρκειας, χαλυβδωμένοι με την παράδοση, σφυρηλατημένοι με τα ελληνικά γράμματα, πλαισιωμένοι από μεγάλα πνεύματα της τέχνης και του λόγου, μαθημένοι να αναγνωρίζουν το πρόσκαιρο και όχι να επενδύουν στο πρόστυχο. Με ομορφιά που η μετριοφροσύνη φρέναρε την οίηση της. Και με λάμψη που εξέπεμπε η λιτή χάρη και όχι η ορμή της επιβολής.
«Η ζωή είναι πολύ ωραία σε όλες τις ηλικίες, αλλά η πιο ωραία ηλικία είναι όταν νιώθεις ελεύθερη από τα λίγα, τα φθηνά, τα κακά, τα μικρά. Έχω συνειδητοποιήσει ότι είμαι περαστική και για αυτό έχω αποβάλει πολλά πράγματα όπως φιλοδοξίες. Πέφτουν. Τι άλλο; Τα μεγάλα όνειρα και σχέδια. Όχι, το σήμερα άντε και ένα ποδαράκι στο αύριο».
Πόση σοφία ζυγίζουν αυτά τα απλά λόγια της Μάρως, ένα χρόνο πριν μας αφήσει; Πόσοι σημερινοί «αστέρες» απεκδύονται με τέτοια ευκολία τις μωροφιλοδοξίες τους και πόσοι ακούνε πραγματικά τα διδάγματα της ηλικίας τους; Ποιος ζει με ένα ποδαράκι στο σήμερα και ένα στο αύριο, όταν τους βλέπεις να τρέμουν σύγκορμοι για να κατακτήσουν «αιώνια» κοσμική ζωή, και να φρίττουν στην ιδέα της φθοράς και του θανάτου; Ποιος από αυτούς εξιλεώνεται στην ιδέα ότι είναι «περαστικός»;
Ελληνικός κινηματογράφος - Η σαγήνη της εντιμότητας
Και γιατί άραγε τρέφουμε τόση μεγάλη αγάπη για τις παλιές ελληνικές ταινίες, παρά τη φτώχεια της παραγωγής τους και παρά το ότι τις ξαναβλέπουμε χρόνια και χρόνια; Είναι γιατί μας αναπαύουν την ψυχή με την απροσποίητη αλήθεια τους. Μας γοητεύουν με την απλοϊκή φινέτσα τους. Μας θυμίζουν το χαμένο ήθος τούτης της ράτσας. Μας δροσίζει μια αύρα αρμονίας, βλέποντας μια εποχή που ο άντρας σήμαινε άντρας, η γυναίκα σήμαινε γυναίκα και η οικογένεια σήμαινε οικογένεια. Η σεμνότητα δεν ήταν μουσειακό είδος χλεύης, αλλά η ακαταμάχητη γοητεία του απόρθητου.
Οι ατάκες και τα αστεία δεν εκβιάζουν το γέλιο σου με φθηνές βωμολοχίες, αλλά σε κερδίζουν με την ευστροφία και σου ξυπνούν τη νοσταλγική γλύκα της αφέλειας. Σε κάθε παλιά ελληνική ταινία παρελαύνουν όλες οι θησαυροί των αρετών: η τιμή, το φιλότιμο, η ηθική αποκατάσταση, η μετάνοια, η αυτοθυσία, ο αυτοσαρκασμός, η αγνότητα και η εγκράτεια, η υπομονή, η πίστη, η αφοσίωση, η συμφιλίωση, η δικαιοσύνη. Βλέπεις την τιμή στην οικογένεια, το happy end στα σκαλιά της εκκλησίας, τον ιερό ρόλο των γονιών, την ευχή της μάνας, την εξύψωση της μητρότητας και τον σεβασμό στην αγέννητη ζωή, την ανταμοιβή της εργατικότητας, ακόμα και τον τρύγο της χαράς μέσα από τη φτώχεια.
Από την άλλη, οι ταινίες μας παραθέτουν και όλες τις μορφές κακίας, με θεατρική αλλά διδακτικότατη πρόζα: τη ματαιοδοξία (ποιος ξεχνά το «Μια ζωή την έχουμε» με τον Δημήτρη Χορν;), τη ζήλεια, την απιστία, την απάτη, την προδοσία, τον τυχοδιωκτισμό, τη ματαιοδοξία, την υπερβολική αυστηρότητα, τα πάθη του τζόγου, της χαρτοπαιξίας και της μέθης, την πολιτική διαφθορά, τη γαστριμαργία (εμβληματικό το «σου είπα θα τσιμπήσω σήμερα, δεν θα φάω, δεν έχω όρεξη», του αείμνηστου Παπαγιαννόπουλου), το ψέμα, το εύκολο κέρδος, την αθέτηση του λόγου («Ο δασκαλάκος ήταν λεβεντιά»), την έλλειψη αυτοπεποίθησης («Ο άνθρωπος της καρπαζιάς») και τόσα πολλά άλλα.
Και όλα αυτά με μια κινηματογραφική «μουσικότητα» που μοιάζει με καλοκουρδισμένη χορωδία. Οι σκηνές σκεπάζουν τη ροή της ταινίας σαν χειροποίητο υφαντό, που δεν σε ελκύει για την ψυχρή αρτιότητα του – αλλά για την αυθεντικότητα του κεντήματος. Οι ακατέργαστες βελονιές εμπνέουν αλήθεια και μεράκι.
Ψυχαγωγία με όλη τη σημασία της λέξης
Βλέπεις μια παλιά ελληνική ταινία και νιώθεις ότι πραγματικά σε ξεκουράζει, γιατί είναι εντελώς απαλλαγμένη από ορθοπολιτικές θηλιές, ατζέντες και σκηνοθετικές εμμονές. Η άδολη καζούρα μοιάζει με αλατοπίπερο της ζωής. Όλοι οι τύποι ανθρώπων έχουν μερίδιο δοκιμασίας στη σάτιρα. Η εξωτερίκευση του πειράγματος υπερτερεί του καθωσπρεπισμού. Η σκέψη που γίνεται λόγος, υπερτερεί του λογοκριμένου λόγου που μένει φυλακισμένος στη σκέψη. Ο ψηλομυτισμός ανήκει στο φάσμα της καρικατούρας. Η ευθύτητα και η κοινωνικότητα ανταμείβονται με λύσεις παρεξηγήσεων.
Άνετα θα μπορούσαμε να γράψουμε ολόκληρο βιβλίο με τα ψυχοκοινωνικά και ιστορικά οφέλη αυτών των ταινιών. Πόσες και πόσες γενιές παιδιών που μεγαλώνουν με μαύρα μεσάνυχτα για το αξιακό παρελθόν μας, το μαθαίνουν μόνο μέσα από αυτές τις ταινίες;
Αλλά το πιο εντυπωσιακό είναι ότι αυτή πλευρά της Ελλάδας τους σαγηνεύει όλους, ανεξάρτητα από τις ιδεολογίες τους. Συνειδητά ή ασυνείδητα, αυτό το ελληνικό ήθος ελκύει τους πάντες. Η έλλειψη λογοκρισίας τους δείχνει μια πραγματικότητα πολύ πιο ελεύθερη από τη σημερινή υποτιθέμενη ελευθερία που είναι σκλαβιά σε τεχνητές νόρμες. Βλέπουν μια μορφή τέχνης που ενώνει αντί να χωρίζει, αναπτύσσει δεσμούς αντί να τους γκρεμίζει. Για διάφορους λόγους όμως, θαυμάζουμε μόνο μακρόθεν αυτήν την Ελλάδα, την κρατάμε ως έκθεμα του παρελθόντος που λατρεύουμε να επισκεπτόμαστε αλλά αδυνατούμε να μιμηθούμε.
Ακόμα κι έτσι όμως, είναι μια απόδειξη ότι η ελληνική ψυχή μιλάει στις καρδιές όλων και δεν σταμάτησε ποτέ να θέλγει το θυμικό μας. Μια υπενθύμιση ότι οι ελευθερίες που χάνουμε είναι από εξάρτηση στα λίγα, τα φθηνά, τα κακά, τα μικρά, που έλεγε και η αείμνηστη Μάρω. Αυτή η σεμνή παρακαταθήκη του κινηματογράφου μένει πίσω και περιμένει σεμνά και αθέατα να καρπίσει, παρόλο που βρίσκεται πάντα σε κοινή θέα. Και μόνο γι’ αυτό λαμβάνουν μισθούς στον ουρανό οι καλοί μας ηθοποιοί σαν τη Μάρω Κοντού. Αιωνία της η μνήμη!
