Η Ελλάδα δεν αντέχει καλές ειδήσεις
Η τυπική περίπτωση του Έλληνα που όταν αποχωρεί από τη στενή επικράτεια της ημεδαπής και ταυτόχρονα αφαιρεί από πάνω του το μανδύα της «φυλετικής» αυτοπάθειας, καταφέρνει να θριαμβεύσει.
Για τους Έλληνες αθλητές θα ισχύει πάντα το ουδείς προφήτης στον τόπο του. Πώς μπορεί να γίνει διαφορετικά; Στα «μάρμαρα» των ελληνικών γηπέδων έχει πέσει «κακιά σκουριά» που δεν λέει να φύγει με τίποτα.
Σε μια χώρα που δεν μπορεί να αναδείξει πρωταθλητή (μόνο) μέσα στο γήπεδο και χρειάζεται τη συνδρομή των δικαστών (και όχι άπαξ) για να τελειώσει το πρωτάθλημα, κανένα ταλέντο δεν μπορεί να ανθίσει.
Σε μια χώρα όπου οι παράγοντες διατηρούν για τους εαυτούς τους τον πρωταγωνιστικό ρόλο, λες κι αυτοί είναι οι πλέον σημαντικοί για το παιχνίδι, ουδείς νιόβγαλτος μπορεί να προοδεύσει. Και, φυσικά, σε μια χώρα όπου η βία (πραγματική και λεκτική) ενισχύει τα βάσανα και ελαχιστοποιεί τις ελπίδες, κανένα γήπεδο δεν μπορεί να γίνει εκτροφείο νέων παικτών.
Γι' αυτό και οι καλοί πλέον δεν χάνονται, αλλά φεύγουν στο εξωτερικό. Και πολύ καλά κάνουν! Το γνωστό brain drain που πλήττει την ελληνική κοινωνία από την αρχή της κρίσης, και πολλές φορές καθίσταται αδήριτη ανάγκη για τους νέους επιστήμονες, για τους αθλητές είναι ο δρόμος προς την ελπίδα και την καταξίωση.
Η περίπτωση του Γιάννη Αντετοκούνμπο, του Κωνσταντίνου Μαυροπάνου και του Στέφανου Τσιτσιπά είναι οι πλέον θερμές αυτό το διάστημα, όμως, προηγουμένως κι άλλοι αποφάσισαν να στρέψουν τα νώτα του στην Ελλάδα, ενώ είναι μαθηματικά βέβαιο πως θα ακολουθήσουν κι άλλοι.
Οι τρεις προαναφερθέντες έχουν διαφορετική πορεία και εντελώς άλλες προοπτικές. Οι δύο πρώτοι ζουν μόνιμα στο εξωτερικό, ενώ ο τρίτος μόνο με αγώνες εκτός των τειχών θα μπορέσει να δείξει την αξία του. Η Ελλάδα, για κάποιους κατοίκους της είναι ένα πολύ μοναχικό μέρος. Σχεδόν σε αναγκάζει να απομακρυνθείς πολλά χιλιόμετρα μακριά της για να γίνεις κάτι σημαντικό.
Ξέρω πως όλα αυτά ηχούν μεγαλόστομα και σίγουρα δεν πρόκειται να ενδιαφέρουν το στενό κύκλο των οπαδών που πωρωμένοι όπως είναι αδιαφορούν για το ποδόσφαιρο (... το μπάσκετ, το βόλεϊ κ.λπ.) ως άθλημα, από τη στιγμή που το αντιμετωπίζουν ως εργαλείο κατίσχυσης έναντι του «εχθρού». Μου είναι εντελώς αδιάφορο τι πιστεύουν οι συγκεκριμένοι. Δεν θα έπρεπε καν να απευθυνόμαστε σ' αυτούς. Έτσι κι αλλιώς έχουν δικού τους «διαύλους» επικοινωνίας. Πολλές φορές, δε, έκνομους.
Το θέμα είναι τι κάνουμε όλοι οι υπόλοιποι; Αφήνουμε όλα τα καλά τα ταλέντα να φεύγουν; Τα διώχνουμε; Τα αποχαιρετούμε; Τους κουνάμε μαντίλι; Τι ακριβώς κάνουμε ότι ρίχνουμε νερό στο μύλο της απαξίωσης και όταν επιτρέπουμε στους «κακούς» σπόρους να φυτρώνουν εκεί που δεν πρέπει; Κάποια στιγμή πρέπει να δώσουμε μιαν απάντηση. Τελικά με ποιους είμαστε;
