Απαγόρευσαν παιδική εκπομπή επειδή είχε μαύρους και λευκούς μαζί
Το 1970, το Sesame Street θεωρήθηκε απειλή στο Μισισίπι.
Όταν το «Sesame Street» έκανε πρεμιέρα το 1969, δεν ήταν απλώς άλλη μια παιδική εκπομπή. Ήταν ένα κοινωνικό πείραμα, φτιαγμένο για να διδάξει γράμματα και αριθμούς σε παιδιά ανεξαρτήτως φυλής, εισοδήματος ή περιοχής. Το σκηνικό του ήταν ένας δρόμος που έμοιαζε με τη Νέα Υόρκη, γεμάτος διαφορετικούς ανθρώπους που συνεργάζονταν και χαμογελούσαν. Και αυτό ήταν ακριβώς το πρόβλημα για μερικούς.
Στο Μισισίπι, η εκπαιδευτική τηλεόραση ήταν υπό τον έλεγχο μιας κρατικής επιτροπής. Τον Μάιο του 1970, αυτή η επιτροπή ψήφισε να μην προβληθεί το Sesame Street. Ο λόγος δεν κρυβόταν: στην εκπομπή εμφανίζονταν μαύροι και λευκοί μαζί, ισότιμα, σαν να ήταν όλοι απλώς γείτονες. Σύμφωνα με την επίσημη τοποθέτηση, «η πολιτεία δεν ήταν έτοιμη για κάτι τέτοιο». Αυτό ήταν αρκετό.
Η απόφαση προκάλεσε σάλο. Η είδηση διέρρευσε στον Τύπο, έφτασε στους New York Times, και προκάλεσε κύμα αντιδράσεων σε εθνικό επίπεδο. Πολλοί το θεώρησαν πισωγύρισμα σε μια εποχή που ολόκληρη η Αμερική πάλευε να ξεφύγει από τον ρατσισμό των προηγούμενων δεκαετιών. Ορισμένοι γονείς έψαχναν τρόπους να βλέπουν την εκπομπή μέσω γειτονικών σταθμών, σε Τενεσί και Λουιζιάνα.
Η δημιουργός του Sesame Street, Joan Ganz Cooney, χαρακτήρισε την απαγόρευση «τραγωδία». Η εκπομπή είχε σχεδιαστεί ακριβώς για παιδιά σαν εκείνα του Μισισίπι: φτωχά, υποεκπαιδευμένα, χωρίς πολλές ευκαιρίες. Τριάντα λεπτά Sesame Street μπορούσαν να κάνουν τη διαφορά. Αλλά όχι αν δεν τους άφηναν να το δουν.
Μέσα σε μόλις 22 μέρες, η επιτροπή έκανε πίσω. Οι αντιδράσεις ήταν τόσες πολλές που δεν μπορούσαν να αγνοηθούν. Το Sesame Street μπήκε τελικά στις τηλεοράσεις του Μισισίπι, αν και με βαριά καρδιά από ορισμένα μέλη της διοίκησης. Δεν ζητήθηκε συγγνώμη, δεν έγινε αναγνώριση λάθους. Απλώς γύρισε το διακόπτης.
Λίγους μήνες μετά, το καστ της εκπομπής επισκέφτηκε το Τζάκσον για μια ζωντανή παράσταση. Οι άνθρωποι που προηγουμένως την είχαν απαγορεύσει, τώρα την προωθούσαν. Ήταν ένα θέαμα σχεδόν σουρεαλιστικό: οι Μάπετς να τραγουδούν ενώ στο κοινό κάθονταν πολιτικοί που λίγους μήνες πριν τους είχαν κόψει τον ήχο.
Το περιστατικό αυτό δεν είναι απλώς ένα στιγμιότυπο από τα χρόνια του ρατσισμού. Είναι η απόδειξη ότι ακόμη και κάτι τόσο αθώο όσο μια παιδική εκπομπή μπορεί να θεωρηθεί απειλή, όταν σπάει τα στερεότυπα. Και πως η κοινωνία, ακόμα και υπό πίεση, μπορεί να αλλάξει — έστω και με το ζόρι.
