Η Γερμανίδα που έφερε τον χορό στην ελληνική επιθεώρηση και έμαθε στους Αθηναίους να κινούνται με ρυθμό
Το 1915 μια Γερμανίδα έβαλε την Ελλάδα να χορεύει. Δεν ήταν ούτε Ελληνίδα ούτε τραγουδίστρια. Ήταν η πρώτη μας χορογράφος.
Πριν ακόμη ιδρυθεί η Λυρική Σκηνή. Πριν η Αθήνα αποκτήσει τις δικές της σχολές χορού. Πριν ο κόσμος μάθει τι σημαίνει επιθεώρηση και ποια είναι η δύναμή της πάνω στη σκηνή, μια Γερμανίδα τραγουδίστρια και χορογράφος, η Έλσα Ένκελ, εμφανίστηκε στη χώρα με κάτι που δεν είχε ξαναδεί κανείς: χορογραφία επί σκηνής με σχέδιο, ρυθμό και ένταση.
Γεννημένη στο Αμβούργο και σπουδαγμένη στο ωδείο του Βερολίνου, η Ένκελ έκανε τα πρώτα της βήματα στη Βιέννη το 1908. Όμως ήταν στην Ελλάδα που έμελλε να αφήσει το μεγαλύτερο της αποτύπωμα. Από το 1913 έγινε γνωστή στο ελληνικό κοινό μέσα από τον θίασο Γκούντμαν. Δεν άργησε να γίνει η μούσα της επιθεώρησης και να αλλάξει οριστικά τη σχέση του ελληνικού θεάτρου με το σώμα και την κίνηση.
Το 1915, στην περίφημη επιθεώρηση Παναθήναια του 1915, η Ένκελ δίδαξε τον «Χορό των Καρεκλών», μια εντυπωσιακή σκηνή με συγχρονισμένες κινήσεις, που έμεινε αξέχαστη στο αθηναϊκό κοινό. Ήταν η πρώτη χορογράφος που προσλήφθηκε επίσημα από επιθεωρησιακό θίασο στην Ελλάδα. Από εκείνη τη στιγμή, ο χορός έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής επιθεώρησης.
Η παρουσία της δεν περιορίστηκε σε αυτό. Συνεργάστηκε με τον Σπυρίδωνα Σαμάρα, πρωταγωνίστησε σε έργα όπως ο Πόλεμος εν Πολέμω, η Κρητικοπούλα και ο Μάρτυς, και οργάνωσε τον δικό της θίασο οπερέτας. Ήταν καλλιτέχνις της δράσης, της πρόβας και της εκτέλεσης. Έφερε την τεχνική, τη σκηνική πειθαρχία και το μέτρο.
Μέχρι το 1924 είχε ήδη αποκτήσει το δικό της καλλιτεχνικό κοινό στη Θεσσαλονίκη. Εκεί όπου οι θίασοι της οπερέτας διατηρούνταν με πείσμα και η Ένκελ ήταν πάντα παρούσα. Όταν πέθανε στις 3 Ιανουαρίου 1933, θάφτηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Χωρίς δόξες. Χωρίς τιμές. Όμως ο χορός της είχε ήδη μείνει.
Η Ένκελ δεν δίδαξε απλώς έναν χορό. Δίδαξε τι σημαίνει ρυθμική αφήγηση στη σκηνή. Και κυρίως, δίδαξε σε μια χώρα που είχε μάθει να τραγουδάει ακίνητη, πως το σώμα έχει φωνή – και μάλιστα πιο δυνατή από τα λόγια.
