Την έκλεισαν σε κλουβί με μαύρες γάτες και την έκαψαν ζωντανή γιατί πίστευαν πως ήταν μάγισσα
Δεν της έδωσαν ούτε όνομα. Την έκλεισαν σε σιδερένιο κλουβί με γάτες και την έκαψαν.
Κανείς δεν έμαθε το όνομά της. Οι περισσότεροι την θυμούνται μόνο ως τη μαία με τις γάτες. Μια γυναίκα της υπαίθρου, στα μέσα του 17ου αιώνα, που βοηθούσε άλλες γυναίκες να γεννήσουν, να θεραπευτούν, να σταθούν στα πόδια τους. Κρατούσε βοτάνια, ήξερε πράγματα για το σώμα και τον πόνο. Και για αυτό ακριβώς την φοβήθηκαν.
Το χωριό άρχισε να ψιθυρίζει. Ότι τα παιδιά πέθαιναν επειδή κάποιος τα καταριόταν. Ότι οι σοδιές χάνονταν επειδή κάποια έπιανε το χώμα με «βρώμικα χέρια». Ότι κάποια μιλούσε με τις γάτες της. Η φήμη ήταν πιο επικίνδυνη κι από το μαχαίρι, και αυτή τη φορά στόχευε εκείνη.
Την κατηγόρησαν ότι έφερνε τα πνεύματα του Κακού. Ότι έβλεπαν μαύρες γάτες να μαζεύονται κάτω απ’ τα παράθυρά της. Ότι είχε τη δύναμη να σκοτώνει με βλέμμα και να κάνει τις γυναίκες να αποβάλλουν. Την έπιασαν χωρίς δίκη. Τη νύχτα. Δεν της έδωσαν καμία ευκαιρία να μιλήσει.
Οι μαρτυρίες λένε ότι την κλείδωσαν σε ένα σιδερένιο κλουβί. Μαζί της, έριξαν μαύρες γάτες – σημάδι, έλεγαν, της σχέσης της με τον Σατανά. Όταν όλα ήταν έτοιμα, έβαλαν φωτιά. Οι φλόγες έγλειψαν το κλουβί, τα ουρλιαχτά των ζώων μπλέχτηκαν με τις κραυγές της. Οι θεατές, σιωπηλοί. Άλλοι με φρίκη. Άλλοι με ικανοποίηση.
Δεν σώθηκε τίποτα. Ούτε στάχτη. Ούτε μνήμη. Ούτε μετάνοια. Μόνο μια φρικτή ιστορία που πέρασε στόμα με στόμα, και με τον καιρό χάθηκε πίσω από τον όρο "μαγεία".
Ήταν μια απλή γυναίκα. Ήταν θεραπεύτρια. Ήταν η πιο σκληρή τιμωρία για το έγκλημα του να είσαι διαφορετική.
