Το γάλα που νόθευαν με γύψο και φορμαλδεΰδη
Στις ΗΠΑ του 19ου αιώνα το γάλα νοθευόταν με νερό, γύψο και επικίνδυνες χημικές ουσίες. Η ιστορία πίσω από μια διατροφική απάτη και όσα πραγματικά γνωρίζουμε για τη χρήση εγκεφάλων μοσχαριών.
Το 1900, μια οικογένεια στην Ινδιανάπολη παρατήρησε κάτι παράξενο στο γάλα που είχε αγοράσει. Μέσα στο μπουκάλι κάτι κουνιόταν. Όταν το παρέδωσαν στις υγειονομικές αρχές, αποδείχθηκε ότι ήταν γεμάτο σκουλήκια. Ο γαλατάς είχε προσθέσει στάσιμο νερό για να αυξήσει την ποσότητα που θα πουλούσε.
Το περιστατικό δεν ήταν καθόλου άσχετο με όσα συνέβαιναν στην αμερικανική αγορά τροφίμων εκείνη την εποχή. Τον 19ο αιώνα, αρκετοί έμποροι είχαν βρει τρόπους να βγάζουν περισσότερα χρήματα από το ίδιο γάλα. Αφαιρούσαν την κρέμα για να την πουλήσουν χωριστά και στη συνέχεια το αραίωναν με νερό.
Μόνο που το νερωμένο γάλα αποκτούσε μια γαλαζωπή απόχρωση και ήταν πολύ πιο αραιό. Για να το κάνουν να μοιάζει κανονικό, πρόσθεταν κιμωλία, σκόνη γύψου και χρωστικές ουσίες. Άλλοτε χρησιμοποιούσαν μελάσα για να του δώσουν πιο πλούσιο χρώμα.
Υπήρχαν ακόμη καταγγελίες ότι κάποιοι χρησιμοποιούσαν πολτοποιημένους εγκεφάλους μοσχαριών, δημιουργώντας στην επιφάνεια ένα στρώμα που έμοιαζε με κρέμα. Η ιστορία κυκλοφορούσε ήδη τον 19ο αιώνα και πέρασε σε μεταγενέστερα βιβλία, αν και οι χημικοί της εποχής διαφωνούσαν για το κατά πόσο συνέβαινε πραγματικά.
Στη Νέα Υόρκη είχε αναπτυχθεί παράλληλα μια ολόκληρη επιχείρηση παραγωγής του λεγόμενου swill milk. Αγελάδες κρατούνταν δεμένες δίπλα σε αποστακτήρια, τρέφονταν με τα υπολείμματα της παραγωγής αλκοόλ και ζούσαν μέσα στη βρωμιά. Το γάλα τους κατέληγε στα σπίτια χιλιάδων ανθρώπων.
Η χημική ουσία που κρατούσε το γάλα «φρέσκο»
Οι νοθείες δεν σταματούσαν στο νερό και στις χρωστικές. Χωρίς επαρκή ψύξη, το γάλα αλλοιωνόταν γρήγορα, ιδιαίτερα το καλοκαίρι. Προς το τέλος του αιώνα, ορισμένοι παραγωγοί άρχισαν να προσθέτουν φορμαλδεΰδη, μια ουσία που χρησιμοποιούνταν και για την ταρίχευση νεκρών.
Η φορμαλδεΰδη επιβράδυνε την αλλοίωση και επέτρεπε στους εμπόρους να κρατούν το γάλα περισσότερο καιρό πριν το πουλήσουν. Μάλιστα, το 1896, ο Τζον Χέρτι, επικεφαλής των υγειονομικών αρχών της Ιντιάνα, είχε αρχικά θεωρήσει ότι μικρές ποσότητες της ουσίας θα μπορούσαν να περιορίσουν τον κίνδυνο από τα μικρόβια.
Λίγα χρόνια αργότερα είχε αλλάξει γνώμη. Οι ποσότητες που χρησιμοποιούσαν ορισμένοι παραγωγοί αυξάνονταν και οι κίνδυνοι γίνονταν πλέον φανεροί.
Το 1900, εφημερίδα της Ινδιανάπολης συνέδεσε τον θάνατο τριών βρεφών σε ορφανοτροφείο με δηλητηρίαση από φορμαλδεΰδη. Οι υγειονομικές αρχές κατέγραφαν επίσης γάλα με τρίχες, έντομα, αίμα, πύον και άλλες ακαθαρσίες.
Τα παιδιά πλήρωναν βαρύ τίμημα. Πολλά βρέφη τρέφονταν με γάλα που είχε χάσει μέρος της θρεπτικής του αξίας ή περιείχε επικίνδυνα μικρόβια. Οι σοβαρές διάρροιες και οι λοιμώξεις μπορούσαν εύκολα να αποβούν μοιραίες, σε μια περίοδο που δεν υπήρχαν οι σημερινές δυνατότητες θεραπείας.
Οι καταγγελίες και οι θάνατοι ενίσχυσαν τις πιέσεις για αυστηρότερους ελέγχους. Το 1906 οι ΗΠΑ ψήφισαν τον ομοσπονδιακό νόμο Pure Food and Drug Act, που αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στην αντιμετώπιση της νοθείας τροφίμων. Η παστερίωση του γάλακτος, πάντως, άργησε να καθιερωθεί ευρέως και χρειάστηκαν ακόμη αρκετές δεκαετίες για να γίνει συνηθισμένη πρακτική.
