Γιατί οι Γερμανοί τα έβαλαν με τη φέτα στην Κατοχή;
Η φέτα δεν ήταν απλώς τυρί. Ήταν τρόπος επιβίωσης για τους αντάρτες και γι' αυτό οι Γερμανοί αποφάσισαν να την κυνηγήσουν
Δεν υπήρξε νόμος, ούτε διαταγή που να δημοσιεύτηκε στον τύπο της εποχής. Κι όμως, στις πιο σκληρές και απομονωμένες γωνιές της κατεχόμενης Ελλάδας, ένα λευκό τυρί μπήκε στο στόχαστρο του κατακτητή. Η φέτα, τροφή φτωχική αλλά θρεπτική, έγινε για τους Γερμανούς κάτι παραπάνω από τυρί: έγινε σύμβολο επιβίωσης των ανταρτών.
Στις στάνες της Ηπείρου, της Ρούμελης και της Θεσσαλίας, όπου οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ κρύβονταν σε σπηλιές και καλύβες, η φέτα ήταν ό,τι κοντινότερο υπήρχε σε τροφή πολυτελείας. Δίπλα σε λίγες μπουκιές ξερό ψωμί και λίγο γάλα, έδινε στους πολεμιστές λίγες μέρες ακόμα ζωής. Και αυτό, οι Γερμανοί το ήξεραν.
Αναφορές από κατοίκους σε ορεινά χωριά μαρτυρούν περιστατικά όπου οι κατακτητές απαγόρευσαν την τυροκόμηση, κατέσχεσαν κοπάδια και διέλυσαν στάνες, όχι για στρατιωτικούς λόγους, αλλά για να αποκόψουν τη γραμμή ανεφοδιασμού της Αντίστασης. Η παραγωγή φέτας δεν απαγορεύτηκε παντού, αλλά σε περιοχές «υψηλού κινδύνου» έγινε σχεδόν αδύνατη.
Η γερμανική λογική ήταν απλή: Αν δεν μπορείς να πιάσεις τον αντάρτη, στέρησέ του το φαγητό. Και τι πιο επικίνδυνο από μια τροφή που δεν χρειάζεται ψυγείο, προσφέρει ενέργεια και μπορεί να μεταφερθεί τυλιγμένη σε πανί ή δέρμα ζώου; Για την ελληνική ύπαιθρο, η φέτα δεν ήταν απλώς γεύμα. Ήταν εργαλείο πολέμου.
Έτσι γεννήθηκε ένας αλλόκοτος «πόλεμος του τυριού». Σε πολλά χωριά, οι κάτοικοι έθαβαν τα βαρέλια ή έκρυβαν το τυρί μέσα σε κούφια δέντρα για να το σώσουν από τις επιτάξεις. Οι γέροι το θεωρούσαν πιο ιερό και από τα ιερά σκεύη. Κι όταν οι αντάρτες περνούσαν νύχτα για λίγο γάλα, ήξεραν πού θα βρουν — κι ας τους στοίχιζε σε κινδύνους και καταδόσεις.
Η φέτα λοιπόν, για μια περίοδο, ήταν ύποπτη. Ήταν «αντιστασιακή». Δεν ήταν μόνο φαγητό· ήταν πράξη ανυπακοής. Μπορεί να μην έγινε ποτέ πανελλαδική απαγόρευση, όμως ο φόβος της διακίνησής της, η στοχοποίησή της, και ο ρόλος της στην επιβίωση των μαχητών της ελευθερίας, είναι ιστορικά καταγεγραμμένα — αν όχι σε επίσημα έγγραφα, τότε στη μνήμη όσων έζησαν για να τα διηγηθούν.
