Το Χόλιγουντ τον λάτρεψε, το μποξ τον διέλυσε, τα σκυλιά του τον κράτησαν ζωντανό
Δεν είχε τίποτα, μόνο τους σκύλους του. Ο Mickey Rourke τα έχασε όλα, γύρισε στο ρινγκ, παραμορφώθηκε και κλείστηκε σπίτι.
Δεν ήθελε να αυτοκτονήσει. Δεν ήθελε να πεθάνει. Ήθελε να πατήσει ένα κουμπί και να εξαφανιστεί. Να μην υπάρχει. Να πάψει να βλέπει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Να πάψει να νιώθει αποτυχία, τύψεις, ντροπή. Είχε χαθεί. Στα 90s ήταν τελειωμένος. Το τηλέφωνο δεν χτυπούσε. Το αλκοόλ είχε γίνει συντροφιά. Έμενε σπίτι, κλεισμένος σε ντουλάπια, κοιμόταν μέσα σε μια ντουλάπα — κυριολεκτικά. Ώσπου κοίταξε τον σκύλο του, τον Beau Jack, στα μάτια. Ο σκύλος έκανε έναν ήχο, σχεδόν ανθρώπινο. Σαν να του είπε: «Αν φύγεις, ποιος θα με φροντίσει;»
Ο Μίκι Ρουρκ έμεινε. Και ξαναγεννήθηκε.
Ήταν ο πιο καυτός ηθοποιός της δεκαετίας του ’80. Η φλόγα του Χόλιγουντ, το κακό παιδί με την ευαίσθητη ψυχή. Έπαιξε τον σαγηνευτικό μοιραίο άντρα στο 9½ Εβδομάδες, τον αλκοολικό Τσινασκί στο Barfly, τον άγγελο-εφιάλτη στο Angel Heart. Η Γαλλία τον λάτρευε. Οι Αμερικάνοι τον φοβόντουσαν. Οι σκηνοθέτες έλεγαν πως ήταν αδύνατον να δουλέψεις μαζί του — αλλά άξιζε κάθε κόπο. Και μετά… αυτοκαταστροφή.
Το μποξ ήταν η παλιά του αγάπη. Το είχε ξεκινήσει ως παιδί για να ξεφύγει από τον κακοποιητικό πατριό του. Το 1991, άφησε την υποκριτική. Μπήκε ξανά στο ρινγκ, σε ηλικία 39 ετών, παλεύοντας με νέους, με αίμα, με οργή, με την ανάγκη να αποδείξει κάτι. Ξαναβγήκε νικητής — αλλά παραμορφωμένος. Μύτη σπασμένη, ζυγωματικά διαλυμένα, γλώσσα σκισμένη. Το πρόσωπό του δεν ήταν πια το ίδιο. Οι γιατροί που έκανε τις επεμβάσεις ήταν, όπως ομολόγησε, "οι λάθος άνθρωποι". Το μποξ τον διέλυσε κυριολεκτικά. Σωματικά και ψυχικά.
Έμεινε εκτός Χόλιγουντ για δεκαπέντε χρόνια. Δεν ήθελε να τον δουν έτσι. Ντρεπόταν. Αλλά έγραφε. Και αγαπούσε. Το μόνο σταθερό του: τα σκυλιά του. Τους έδινε ονόματα όπως Loki, Chocolate, Jaws. Τα τάιζε πριν φάει ο ίδιος. Τα πέταγε πάνω του τα βράδια για να νιώσει λίγη ζεστασιά. Ένα από αυτά, το Loki, το πήρε μαζί του στην Αγγλία για γυρίσματα πληρώνοντας 5.400 δολάρια. Είπε: «Ήταν ο έρωτας της ζωής μου».
Κι ύστερα ήρθε το Wrestler. Ο σκηνοθέτης Ντάρεν Αρονόφσκι ρίσκαρε. Πήρε τον "τελειωμένο" Ρουρκ και του έδωσε τον ρόλο του παλαίμαχου παλαιστή που έχει χάσει τα πάντα εκτός από την περηφάνια του. Ο Ρουρκ δεν πίστευε στο σενάριο. Το άλλαξε. Το ξανάγραψε. Το έζησε. Τραυματίστηκε. Έκανε ΜRI μέσα σε δύο μήνες. Έκλαψε. Ο κόσμος τον αποθέωσε. Χρυσή Σφαίρα, BAFTA, υποψηφιότητα για Όσκαρ. Στην απονομή ευχαρίστησε... τους σκύλους του.
Ο ίδιος λέει ότι ο ατζέντης του τον έσωσε, αλλά κάθε φορά που τον ρωτάνε γιατί δεν αυτοκτόνησε, λέει το ίδιο: «Ο σκύλος μου με κοιτούσε. Αν έφευγα, ποιος θα τον φρόντιζε;»
